Το βιοτικό επίπεδο και οι συνθήκες ζωής μισθωτών και αγροτών

Τα έτη '74-'75 η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από μια έντονα άνιση σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, η οποία επιδεινώνεται από τον τρόπο που γίνεται η φορολογία. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης θα είναι η άνιση κατανομή του πλούτου ανά οικονομική κατηγορία.

Το 1974 το φαινόμενο της φτώχειας εμφανίζεται με υπερδιπλάσια συχνότητα στην Ελλάδα σε σχέση με τις χώρες της ΕΟΚ Ταυτόχρονα η Ελλάδα είναι η χώρα που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό φτωχών στο σύνολο του πληθυσμού από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΟΚ.

Στο σημείο αυτό μας ενδιαφέρει η υπογράμμιση, από τη μια της έντονης ανισότητας που χαρακτηρίζει το σύνολο των μισθωτών, σε σχέση με την αστική τάξη καθώς και τα χαμηλά εισοδήματα που οι ΄Έλληνες μισθωτοί λαμβάνουν σε σχέση με τους ξένους συναδέλφους τους, και από την άλλη τις σημαντικότατες οικονομικές ανισότητες που υπάρχουν στον αγροτικό πληθυσμό και οι οποίες λαμβάνουν τις ακόλουθες τρεις μορφές:

α. Ανισότητες μεταξύ των ιδιοκτητών της γης.

β. Ανισότητες μεταξύ εργαζομένων στο γεωργικό και στον αστικό τομέα.

γ. Ανισότητες μεταξύ Ελλήνων και ξένων αγροτών.

Οι αγώνες των αγροτών και των μισθωτών την περίοδο '74-'81

Οι μισθωτοί

Ο ρόλος που έπαιξαν οι εργοστασιακές κινητοποιήσεις τα χρόνια '75-'77, ήταν πάρα πολύ σημαντικός και συνετέλεσε στη δημιουργία της ριζοσπαστικής μεταπολιτευτικής ατμόσφαιρας. Πολύ περισσότερο που οι απεργίες αυτές έχοντας ως στόχους την αύξηση των μισθών και τη διεύρυνση των συνδικαλιστικών ελευθεριών έθεταν σε αμφισβήτηση το ίδιο το υφιστάμενο αυταρχικό εργασιακό πλαίσιο.

Κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου σχεδόν ένας στους δύο εργαζόμενους συμμετείχε σε κάποια μορφή κινητοποίησης. Το φαινόμενο αυτό πρέπει να αποδοθεί: α) στη πολιτική και ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την πτώση της δικτατορίας και στην ευρύτατη διάδοση που γνώρισαν οι θέσεις της Αριστεράς, β) στο γεγονός πως οι Έλληνες εργαζόμενοι δεν είχαν, λόγω της απουσίας ύπαρξης ενός κορπορατιστικού μοντέλου οργάνωσης, παρά μόνο τη δυνατότητα της απεργίας ως μέσου για την εκπλήρωση των αιτημάτων τους, γ) στην ηλικιακή ανανέωση του εργατικού δυναμικού με ανθρώπους που δεν είχαν ζήσει τον εμφύλιο, την μετεμφυλιακή τρομοκρατία και τη γενικότερη υποχώρηση των δυνάμεων της Αριστεράς, δ) τελευταίο αλλά σίγουρα όχι έσχατο, είναι το γεγονός της έντονης ανισοκατανομής εισοδημάτων που λειτούργησε καταλυτικά στην ανάπτυξη των απεργιακών δραστηριοτήτων.

Ι. Το εργοστασιακό κίνημα.

Την περίοδο '75-'78 η Ελλάδα γνωρίζει για πρώτη φορά, λόγω της ανάπτυξης του εργοστασιακού κινήματος, το φαινόμενο των "άγριων" απεργιών. Απεργίες πολυήμερες με καταλήψεις εργοστασίων και άμεση δημοκρατία δημιουργούν σοβαρούς τριγμούς στο συναινετικό κλίμα που είχε επιβληθεί με την επαναφορά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σημαντικό ρόλο στην αποτελεσματικότητα της δράσης του εργοστασιακού συνδικαλισμού είχε η συχνή επιλογή των πολύωρων στάσεων εργασίας. Η μέθοδος αυτή από τη μία αποδιοργάνωνε σημαντικά τους ρυθμούς παραγωγής και από την άλλη είχε μικρό κόστος για τους εργαζόμενους αφού τους δινόταν ένα μέρος του ημερομισθίου, ενώ ταυτόχρονα επετύγχανε τη μαζική συμμετοχή τους.

Το εργοστασιακό κίνημα υπέστη μία σημαντική ήττα από το 1978 και ύστερα, μία ήττα που οφείλεται στους εξής λόγους:

1) Στην εφαρμογή του αντιαπεργιακού νόμου 330/1976.

2)Στην απόλυση χιλιάδων συνδικαλιστών.

3) Στην αρνητική θέση των δυνάμεων της παραδοσιακής αριστεράς και κυρίως του ΚΚΕ.

4) Στην αδυναμία του να επιτύχει την οργανωτική του ολοκλήρωση, τουλάχιστο μέχρι το 1979, με την ίδρυση αυτόνομης δευτεροβάθμιας ομοσπονδίας.

5) Στην αποτυχία σύνδεσης με τ' άλλα μαζικά κοινωνικά κινήματα (φοιτητικό, αγροτικό, υπαλληλικό).

6) Στην έλλειψη μεσοπρόθεσμου πολιτικού σχεδιασμού και στην απουσία επεξεργασίας προγράμματος σύναψης τακτικών και μακροπρόθεσμων κοινωνικών συμμαχιών, πέρα από τη διατύπωση ορισμένων οικονομικών και θεσμικών αιτημάτων.

7) Όπως και να έχει το πράγμα, η σημασία της εμφάνισης του εργοστασιακού συνδικαλιστικού κινήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συντελεί στην καλύτερη κατανόηση της κοινωνικής εξέλιξης των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων. Αυτό υποστηρίζεται για τους ακόλουθους λόγους: α) αποτελεί, για τα ελληνικά δεδομένα, την πρώτη αυτόνομη, και από κοινωνική και από πολιτική άποψη, παρουσία, τόσο από πλευράς μαζικότητας όσο και από πλευρά έκτασης κινητοποιήσεων της ραχοκοκαλιάς της εργατικής τάξης, του βιομηχανικού προλεταριάτου. β) σηματοδοτεί τη συγκρότηση μίας νέας μορφής συνδικαλιστικής οργάνωσης γ) θέτει για πρώτη φορά, έστω και σε εμβρυακό επίπεδο, σε αμφισβήτηση όχι μόνο το υπάρχον μισθολογικό πλαίσιο αλλά και τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής.