Συγκρότηση της Μεταπολίτευσης

Με τη μεταπολίτευση η κυρίαρχη τάξη, μπροστά στον κίνδυνο ριζοσπαστικοποίησης των λαϊκών στρωμάτων, που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη εποχή, αποδέχεται την ελεύθερη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού. Αποδέχεται, δηλαδή, τη δυνατότητα ελεύθερης εναλλαγής των πολιτικών κομμάτων στην εξουσία και την ένταξή τους στους πολιτειακούς θεσμούς, χωρίς την άμεση ή έμμεση επέμβαση ενός άλλου πόλου εξουσίας, π.χ. Παλάτι ή Στρατός. Αυτό επιτυγχάνεται με την υποβάθμιση του Στρατού ως κέντρου εξουσίας, την κατάργηση της Μοναρχίας και την αποδιάρθρωση των παρακρατικών μηχανισμών.

Παράλληλα στο ιδεολογικό επίπεδο, παρατηρείται η μετατόπιση της κυρίαρχης ιδεολογίας από την εθνικοφροσύνη και τον αντικομμουνισμό στην υιοθέτηση των αρχών του κράτους Δικαίου και της Ισονομίας-Ισοπολιτείας.

Σημαντικό ρόλο στη νομιμοποιητική λειτουργία του Κράτους διαδραματίζουν και τα κόμματα, τα οποία με τη νέα θέση που καταλαμβάνουν στη καινούρια δομή των σχέσεων εξουσίας διευρύνουν το πεδίο νομιμοποίησης της κρατικής πολιτικής μετασχηματίζοντας τη βασική τους λειτουργία από εκφραστή των κοινωνικών συμφερόντων σε πολιτειακό θεσμό-συστατικό της οργάνωσης των εξουσιαστικών σχέσεων.

Η αναβάθμιση του ρόλου των κομμάτων στο σύστημα εξουσίας, (ενίσχυση του ρόλου τους ως μηχανισμών ενσωμάτωσης των λαϊκών τάξεων και πολιτικής εκπροσώπησης σε πρωτοβάθμιο επίπεδο), εκφράστηκε με την υιοθέτηση μίας σειράς πρακτικών που περιλαμβάνουν την ενίσχυση των μορφών εσωτερικής οργάνωσης, τη διαμόρφωση και οριοθέτηση μίας εσωκομματικής ιδεολογίας και τη συγκρότηση κομματικών οργανώσεων σε κάθε κοινωνικό χώρο. Ταυτόχρονα, το γεγονός της αντικειμενικής επέκτασης της εκπροσώπησης (μέσα από την τοπική αυτοδιοίκηση, τα εργατικά συνδικάτα, τους φοιτητικούς συλλόγους κλπ), συνέτεινε στην ενίσχυση της εξουσίας των κομματικών φορέων και στην εξάπλωση της επιρροής τους. Σημαντικό ρόλο στη διεύρυνση της δράσης των κομμάτων είχε και ο Τύπος ο οποίος συνδέθηκε στενά με την πορεία των πιο ισχυρών κομμάτων, αποτελώντας, ουσιαστικά μία μορφή πιο εκλεπτυσμένης προπαγάνδισης των κομματικών θέσεων.

Το 54%, που έλαβε η Ν.Δ. στις εκλογές του '74, αποτελεί απόδειξη ότι μέσα σ' ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι κυρίαρχες τάξεις είχαν κατορθώσει να οικοδομήσουν ένα πλαίσιο ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων το οποίο συνδύαζε τον εκσυγχρονισμό των πολιτικών θεσμών με την μακροπρόθεσμη αναπαραγωγή των υφιστάμενων σχέσεων παραγωγής. Πιο συγκεκριμένα, ο μετασχηματισμός της ΕΡΕ σε ΝΔ δεν ήταν μόνο ονομαστικός αλλά βαθύτατα ουσιαστικός και αφορούσε και το ιδεολογικό και το πολιτικό αλλά και το οργανωτικό επίπεδο.

Στο ιδεολογικό, επιχειρείται η αντικατάσταση της ιδεολογίας του αντικομμουνισμού από την πίστη στο καθεστώς ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους, της οικονομικής ευημερίας και της ισονομίας-ισοπολιτείας για όλα τα τμήματα του πληθυσμού.

Στο πολιτικό, επιδιώκεται η υπέρβαση της αντίθεσης Δεξιά-Κέντρο, όπου η ΕΡΕ ως παραδοσιακά συντηρητικό κόμμα κάλυπτε τη θέση της Δεξιάς, με την υπογράμμιση του εθνικού και δημοκρατικού χαρακτήρα του κόμματος αλλά και με την υιοθέτηση ορισμένων σημαντικών στοιχείων από τα προγράμματα των κομμάτων του προδικτατορικού κέντρου.

Στο οργανωτικό, τέλος, συγκροτείται το καινούριο κόμμα σε εντελώς διαφορετική βάση σε σχέση με το παρελθόν: δημιουργούνται εσωκομματικές δομές, κάθετες και οριζόντιες ιεραρχήσεις, μαζικές οργανώσεις βάσης κλπ. Όλη αυτή η προσπάθεια επενδύθηκε με το ιδεολογικό κάλυμμα του "ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού". Πρόκειται για μία μορφή προσαρμογής στα νέα δεδομένα αμυντικού χαρακτήρα,