To 1821 και η Κύπρος

Στο παρόν κείμενο εξετάζεται η σχέση της εξέγερσης του 1821 και των Ρωμιών της Κύπρου από δύο πλευρές. Η πρώτη σχετίζεται με τις εξελίξεις που επέφερε η επανάσταση στο νησί και δεύτερη με το πώς οι Έλληνες της Κύπρου συνδέθηκαν με την ελληνική επανάσταση.

 

Τα γεγονότα του 1821 στην Κύπρο

Η Φιλική Εταιρεία μέσα στις διάφορες περιοχές για τις οποίες ενδιαφερόταν να σπείρει το σπόρο της εξέγερσης ενάντια στην Οθωμανική διοίκηση ήταν και η Κύπρος λόγω της πλειοψηφικής παρουσίας του Ορθόδοξου στοιχείου. Σε αυτό το πλαίσιο τον Οκτώβριο του 1818 φτάνει στην Κύπρο ο Δημήτριος Ύπατρος ως απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας ο οποίος αναπτύσσει στον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό τους σκοπούς της. Ο Κυπριανός απάντησε πως μπορούσε να του διασφαλίσει υλική και ηθική υποστήριξη αλλά η Κύπρος δεν μπορούσε να συμμετάσχει στην επανάσταση. Για τον Αρχιεπίσκοπο το νησί ήταν πολύ μακριά από την Ελλάδα και πολύ κοντά στα οθωμανικά κέντρα εξουσίας και ο κίνδυνος για μια μαζική σφαγή των Κύπριων ήταν πολύ πιθανός..

Ωστόσο η μετριοπαθής αυτή στάση του Κυπριανού δε λειτούργησε ανασταλτικά στη δημιουργία προβληματισμών στην Οθωμανική διοίκηση σχετικά με την πιθανή στάση των Ρωμιών της Κύπρου. ‘Έτσι όταν στην Ελλάδα η επανάσταση ξεκίνησε ο Διοικητής της Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ έστειλε αναφορές στον Σουλτάνο ζητώντας την αποστολή στρατευμάτων. Πράγματι μερικά αποσπάσματα Αλβανών μετακινήθηκαν από τη Συρία προς την Κύπρο, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκε ο αφοπλισμός των Κύπριων, ένα μέτρο που ίσχυσε προληπτικά και στην υπόλοιπη Οθωμανική επικράτεια.

Στη συνέχεια όμως ο Διοικητής θα προχωρήσει στη διατύπωση αιτήματος για την εκτέλεση των πιο επιφανών ορθόδοξων Κύπριων. Ήταν μια καλή ευκαιρία για την οθωμανική διοίκηση της Κύπρου να ιδιοποιηθεί τον πλούτο των Ορθόδοξων χριστιανών. Διαφορετικά ειπωμένο ο Κιουτσούκ χρησιμοποίησε ως πρόσχημα την εξέγερση των Ελλήνων σε άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας για να αποσπάσει τη συναίνεση του Σουλτάνου ώστε να προχωρήσει σε εκτελέσεις και σε δημεύσεις περιουσιών ορθοδόξων. Με αυτό τον τρόπο επιχειρούνταν η ανακοπή του πολύ ενεργού ρόλου που είχε η ελληνορθόδοξη ελίτ στην πολιτική και οικονομική εξουσία του νησιού. Είναι πολύ πιθανό η συνολική στάση του Μεχμέτ να μην αντανακλούσε μόνο τη διαρκώς αυξανομένη οργή των Μουσουλμάνων προς την ορθόδοξη ελίτ, δεδομένου πως είχαν συμφωνήσει μαζί του και οι Αγάδες της Λευκωσίας, αλλά και σχεδιασμούς από υψηλότερα οθωμανικά κλιμάκια.

Φαίνεται έτσι πως το γεγονός του διορισμού νέου Καπουδάν Πασά, του Δελή Αμπντουλά Πασά, το 1818 πρέπει να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Κι αυτό γιατί ο καινούριος Καπουδάν Πασάς ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει σε μια λογική συγκεντρωτισμού της εξουσίας του γι΄αυτό και ήθελε ένα Κυβερνήτη στην Κύπρο με αναβαθμισμένη ισχύ. O συγγενής του Κιουτσούκ Μεχμέτ ήταν ακριβώς αυτή η περίπτωση.

Η αλήθεια είναι πως ο Σουλτάνος αρχικά θα είναι αρνητικός στην πραγματοποίηση εκτελέσεων με το επιχείρημα πως από τότε που η Κύπρος έγινε Οθωμανική κτήση οι Ορθόδοξοι δεν είχαν αμφισβητήσει την εξουσία του Σουλτάνου και σε αρκετές περιπτώσεις μουσουλμανικών εξεγέρσεων βοήθησαν τον οθωμανικό στρατό να νικήσει τους εξεγερθέντες. Ωστόσο στη συνέχεια θα ακολουθήσει και άλλη επιστολή από το Μεχμέτ όπου θα αναφέρεται πως βρέθηκαν πυρομαχικά σε σπίτια και μοναστήρια. Τότε ο Σουλτάνος και έχοντας γνώση του μεγέθους της ελληνικής επανάστασης που διεξαγόταν στον ελλαδικό χώρο πίστεψε τις αναφορές και διέταξε την εκτέλεση των προυχόντων, τη δήμευση της περιουσίας τους και την πώληση των οικογενειών τους ως δούλων.

Οι προγραφέντες μαζεύτηκαν στη Λευκωσία, ύστερα από κάλεσμα των Μητροπολιτών και χωρίς να γνωρίζουν τι τους περιμένει, όπου τους αναγνώσθηκε το φιρμάνι εκτέλεσής τους. Τελικά αρκετές δεκάδες εκτελέστηκαν, ανάμεσα τους ο Αρχιεπίσκοπος και οι τρεις Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κερύνειας. Παράλληλα με τις εκτελέσεις έγιναν και δημεύσεις περιουσιών και λεηλασίες ακόμα και σε ανθρώπους δεν ήταν συγκαταλέγονταν στο φιρμάνι, ενώ μεγάλο τμήμα αυτού του πλούτου φαίνεται πως αποκόμισε ο ίδιος ο Μεχμέτ. Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια λεηλατήθηκαν, τα σπίτια των προγραμμένων κατασχέθηκαν και οι οικογένειές τους εκδιώχθηκαν, ενώ σε άλλα σπίτια κατεδαφίστηκαν οι πάνω όροφοι. Οι προεστοί, οι ιερείς και οι πλούσιοι Ορθόδοξοι που κατάφεραν να σωθούν από τους γενίτσαρους κατέφυγαν στην προστασία των προξένων που βρίσκονταν στη Λάρνακα ενώ τελικά αρκετοί έφυγαν από την Κύπρο.

Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, μια επιπρόσθετη συνέπεια ήταν οι αλλαγές στην κατανομή των φόρων. Έτσι από τη μία υπήρξε μετακύλιση των φόρων όσων έφυγαν από το νησί στους υπόλοιπους ορθόδοξους κατοίκους και από την άλλη σημειώθηκε ανατροπή της αναλογίας των φόρων μεταξύ ορθόδοξων και μουσουλμάνων από 2/3 προς 1/3 σε 4/5 προς 1/5 μεταξύ 1823- 1827 και από το 1827 σε 7/8 προς 1/8 .

 

Η συμμετοχή των Κυπρίων στην ελληνική επανάσταση

Το γεγονός των εκτελέσεων των προυχόντων το καλοκαίρι του 1821 αλλά και η ίδια η εξάπλωση της επανάστασης στον ελλαδικό χώρο θα λειτουργήσουν ως πυροκροτητές ώστε έλληνες της Κύπρου να προσπαθήσουν με διάφορους τρόπους να ενισχύσουν τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα. Ένας από αυτούς ήταν η σύναψη δανείου, με την εγγύηση του Ελληνικού κράτους, με το οποίο θα χρηματοδοτούνταν αντίστοιχη επανάσταση στην Κύπρο. Ωστόσο για διάφορους λόγους, που δεν είναι δυνατό να παρουσιαστούν εδώ, αυτό δεν έγινε εφικτό. O άλλος ήταν ένα σχέδιο για ταυτόχρονη κατάληψη από έλληνες στρατιώτες της Κύπρου και του Λιβάνου.

Οι εμπνευστές αυτών των σχεδιασμών πίστευαν πως έτσι αφενός θα απελευθερωνόταν η Κύπρος και αφετέρου θα δεχόταν ένα σημαντικό χτύπημα η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την απώλεια του Λιβάνου, γεγονός που θα διευκόλυνε συνολικά την προσπάθεια για δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ωστόσο ούτε αυτό το σχέδιο προχώρησε. Ο τρίτος τρόπος, που ήταν και ο μόνος που υλοποιήθηκε, ήταν η συμμετοχή ελλήνων της Κύπρου στον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας, όπου σύμφωνα με τον αναλυτικό αρχείο του Ροδίωνα Π. Γεωργιάδη καταγράφονται περισσότεροι από 600 κύπριοι που πολέμησαν στην ελληνική επανάσταση. Η γνώμη μου είναι πως σε εκείνη ακριβώς τη φάση είναι που συγκροτείται με μαζικό τρόπο η ελληνική συνείδηση στους κύπριους ορθόδοξους χριστιανούς, οι οποίοι από ρωμιοί, δηλαδή Ορθόδοξοι Οθωμανοί υπήκοοι, γίνονται Έλληνες της Κύπρου.

Από εκεί και πέρα σε ό,τι αφορά την πορεία συγκρότησης του νέου ελληνικού κράτους ο πρώτος έλληνας Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας ύστερα από ερώτηση του βρετανού διπλωμάτη Wilmot- Horton σχετικά με το ποια θα ήταν τα σύνορα της χώρας απάντησε πως «Τα όρια ταύτα από του 1821 καθορίζονται υπό του αίματος του εκχυθέντος εις τα σφαγεία των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών και του Μεσολογγίου…». Το γεγονός αυτό θα ενθαρρύνει τους Έλληνες της Κύπρου να στείλουν αντιπροσωπεία τον Αύγουστο του 1828 στην Ελλάδα όπου θέσουν στον Καποδίστρια το ζήτημα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ωστόσο από τις απαντήσεις του έλληνα Κυβερνήτη γίνεται σαφές πως, σε εκείνη τη φάση τουλάχιστον, η Κύπρος δεν εντάσσεται στους άμεσους σχεδιασμούς για ένταξη στην υπό διαμόρφωση ελληνική επικράτεια: «Όσον δε περί των νήσων, και η ιστορία και τα μνημεία της αρχαιότητας, όλα εν ενί λόγω επιμαρτυρούσιν ότι η Ρόδος, Κύπρος, και τόσαι άλλαι ακόμη (νήσοι) είναι της Ελλάδος διαμελίσματα. Αλλά η ενεστώσα προσωρινή Κυβέρνησις, ακολουθούσα τας αποφάσεις των τριών Εθνικών Συνελεύσεων, χρεωστεί να θεωρήσει ως συγκροτούσας την Ελλάδα όλας τας επαρχίας, αίτινες ήσα, ή και είναι εισέτι υπό την Τουρκικήν εξουσίαν, εκίνησαν δε τα όπλα κατά το 1821, ή μετά ταύτα […]». Όπως είναι φανερό στους σχεδιασμούς της ελληνικής κυβέρνησης κυριάρχησε ο ρεαλισμός των πολιτικών και στρατιωτικών συσχετισμών λαμβανομένου υπόψη και του γεγονός πως στην Κύπρο δεν υπήρχαν οι στρατιωτικοί εκείνοι συσχετισμοί που να μπορούσαν να υποστηρίξουν την ενσωμάτωση του νησιού στην Ελλάδα.

 

Συμπέρασμα

Το «1821» έχει μια διττή διάσταση για την Κύπρο. Από τη μία δίνει την ευκαιρία στον Οθωμανική εξουσία να χρησιμοποιήσει τη δυναμική της ελληνικής επανάστασης ως αφορμή αφενός για να επιτευχθεί μεγαλύτερη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια της κεντρικής διοίκησης και αφετέρου να προχωρήσει στη βίαιη υφαρπαγή τμήματος του πλούτου της ανερχόμενης ελληνοκυπριακής αστικής τάξης από μερίδες της τοπικής οθωμανικής πολιτικής ελίτ.

Από την άλλη αναδεικνύεται η υιοθέτηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας από τους ορθόδοξους κύπριους πράγμα που φαίνεται τόσο από τη μαζική συμμετοχή τους στην ελληνική επανάσταση όσο και από τη διατύπωση του αιτήματος της Ένωσης προς τον Καποδίστρια. Μετά την αρνητική στάση του τελευταίου η κυπριακή αξίωση για την Ένωση θα αργήσει να βγει στην επιφάνεια παρά τη διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας από τον Κωλέττη το 1844. Ούτε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μπορούσε πειστικά να διεκδικήσει κάτι τέτοιο αλλά ούτε και οι συσχετισμοί στο νησί επέτρεπαν την ανάδυση αυτού του ζητήματος. Θα χρειαστεί να περάσουν αρκετές δεκαετίες, να προηγηθεί τόσο η εκχώρηση των Ιονίων στην Ελλάδα όσο και ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, ώστε να τεθεί ξανά από το ελληνικό στοιχείο το ζήτημα προς τους νέους κυρίαρχους της Κύπρου, τους Βρετανούς.