Υγεία: Το τίμημα της κοινωνικής ανισότητας

 

 

Η έκθεση της επιτροπής που είχε διαμορφώσει το παγκόσμιου κύρους ιατρικό περιοδικό The Lancet για την αποτίμηση των πολιτικών για τη δημόσια υγεία στην εποχή του Ντόναλντ Τραμπ ήρθε να επιβεβαιώσει ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στις φορολογικές διευκολύνσεις για τις επιχειρήσεις και τους ανθρώπους με υψηλά εισοδήματα, με τις συνεπακόλουθες περικοπές στα προγράμματα για τη δημόσια υγεία και την πολιτική επένδυση στον ρατσισμό είχαν αρνητικά αποτελέσματα στην υγεία του πληθυσμού των ΗΠΑ, αναδεικνύοντας τον τρόπο που η ανισότητα και η επισφάλεια διαμορφώνουν επιβαρυντική συνθήκη για τη δημόσια υγεία.

Παρότι η έκθεση επικεντρώνει στην περίοδο της προεδρίας Τραμπ, είναι εμφανές ότι το πρόβλημα στις ΗΠΑ είναι δομικό. Το προσδόκιμο ζωής στις ΗΠΑ υποχώρησε ανάμεσα στο 2014 και το 2017, με την μόνη προηγούμενη ανάλογη τριετή υποχώρηση να είναι μετά την πανδημία του 1918. Οι ΗΠΑ το 1980 είχαν ένα προσδόκιμο ζωής εντός του μέσου όρου των αναπτυγμένων χωρών, το 1995 είχαν 2,2 έτη μικρότερο προσδόκιμο από τον μέσο όσο των G7 και το 2018 η απόσταση είχε αυξηθεί στα 3,4 χρόνια. Εάν οι δείκτες θνησιμότητας στις ΗΠΑ κινούνταν στο μέσο όρο των G7, τότε το 2018 θα έπρεπε να είχαν πεθάνει 461.000 λιγότεροι αμερικανοί. Ουσιαστικά, οι ΗΠΑ έχαναν κάθε χρόνο εξαιτίας των υψηλότερων δεικτών θνησιμότητας  ένα τμήμα του πληθυσμού τους ανάλογο με αυτό που έχασαν τον πρώτο χρόνο της πανδημίας.

 

Μικρότερο προσδόκιμο επιβίωσης

Παράλληλα, εντεινόταν η ανισότητα. Το 2014 το προσδόκιμο επιβίωσης των ανδρών από το χαμηλότερο εισοδηματικά 1% του πληθυσμού ήταν 15 χρόνια μικρότερο από αυτό των ανδρών από το ανώτερο εισοδηματικά 1% του πληθυσμού. Ανάμεσα στο 2000 και το 2014, το προσδόκιμο ζωής των ενηλίκων αυξήθηκε πάνω από 2 χρόνια για το ανώτερο εισοδηματικά μισό του πληθυσμού και παρέμεινε σχεδόν στάσιμο για το υπόλοιπο, με αυξημένη θνησιμότητα στις λευκές γυναίκες χαμηλού εισοδήματος. Οι δείκτες θνησιμότητας για τους μαύρους αμερικανούς ηλικίας 25-29 ετών είναι τέσσερις φορές μεγαλύτεροι από τον μέσο όρο των G7 για αυτή την ηλικιακή κατηγορία.

 

Διάφοροι παράγοντες συνεισφέρουν σε αυτή την εικόνα. Παρά τις μεταρρυθμίσεις της περιόδου Ομπάμα, όταν ο Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του 28 εκατομμύρια αμερικανοί δεν είχαν καμία ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Στη διάρκεια της θητείας του Τραμπ ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 2,3 εκατομμύρια. Εκτεταμένα φαινόμενα αποβιομηχάνισης και αύξησης του κοινωνικοοικονομικού στρες αύξησαν μετά το 2000 τους «θανάτους από απελπισία», ιδίως στη λευκή εργατική τάξη για να προστεθούν στην ενδημική αυξημένη θνησιμότητα των μαύρων και των ιθαγενών αμερικανών, συμπεριλαμβανομένης της σύγχρονης επιδημίας χρήσης οπιοειδών (βασική παράμετρο αύξησης της θνησιμότητας στους λευκούς πριν την πανδημία).  Η υποχώρηση ως προς τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς οδήγησε μετά το 2016 σε αύξηση των θανάτων που σχετίζονται με περιβαλλοντικούς και επαγγελματικους κινδύνους αντιστρέφοντας μακρόχρονη τάση υποχώρησής τους.

Η ανισότητα αποτυπώνεται και στα ζητήματα που αφορούν τη διατροφή, με το 11% των αμερικανών πριν την πανδημία να αντιμετωπίζει διατροφική ανασφάλεια, το 42% των ενηλίκων να θεωρούνται παχύσαρκοι (και το 19% των νέων), με την παχυσαρκία των ενηλίκων (που αυξάνει τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακές παθήσεις, νεοπλασίες και σοβαρή COVID-19) να αφορά πρωτίστως τους ισπανόφωνους, τους μαύρους και τους ανθρώπους χαμηλότερου εισοδήματος.

 

Η ανισότητα στην Αγγλία

Το τίμημα της ανισότητας δεν αποτυπώνεται μόνο στις ΗΠΑ. Και στην Αγγλία, διαπιστώνονται ανάλογες τάσεις. Από το 2010, στην Αγγλία σταμάτησαν να υπάρχουν σημαντικές βελτιώσεις στο προσδόκιμο ζωής. Η θνησιμότητα των ανθρώπων κάτω των 50 δεν μειώθηκε, ενώ αυξήθηκαν οι δείκτες θνησιμότητα για τους ανθρώπους 45-49 ετών. Το προσδόκιμο επιβίωσης ακολουθεί την κοινωνική και εισοδηματική ιεραρχία και οι γυναίκες στις πιο αποστερημένες περιοχές είχαν μείωση του προσδόκιμου ζωής ανάμεσα στο 2010-2012 και το 2016-2018. Η ανισότητα αυτή αποτυπώθηκε και στην πανδημία. Ανάμεσα στον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 2020 οι δείκτες θνητότητας από COVID-19 στις πιο αποστερημένες περιοχές ήταν διπλάσιοι σε σύγκριση με τις λιγότερο αποστερημένες.

 

Η σημασία του κοινωνικού καθορισμού

Σε πείσμα μιας αντίληψης που θέλει την υγεία να είναι υπόθεση ατομικών συνηθειών ή εξωτερικών αναπάντεχων κινδύνων (όπως η εμφάνιση ενός νέου παθογόνου), ο κοινωνικός καθορισμός είναι πολύ πιο σημαντικός από όσο συνηθίζουμε να εκτιμούμε. Η κοινωνική ανισότητα συνεπάγεται όχι μόνο άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, αλλά και δυσμενέστερη περιβαλλοντική και εργασιακή συνθήκη, μεγαλύτερη ανασφάλεια, αυξημένο κοινωνικοοικονομικό στρες, χειρότερη διατροφή και αυξημένη πιθανότητα είτε για σοβαρά νοσήματα είτε για «θανάτους από απελπισία». Η πανδημία το υπογράμμισε με τον πιο οδυνηρό τρόπο, όμως η συνεχιζόμενη δαιμονοποίηση των πολιτικών αναδιανομής και της προστασίας από την εργασιακή ανασφάλεια στο όνομα της προτεραιότητας των αγορών απλώς συνεπάγεται ότι το πρόβλημα θα παραμείνει θανατηφόρα ενεργό.

 

Η περίπτωση του Κεντ

Τμήμα της παγκόσμιας ανησυχίας για την πανδημία η εμφάνιση νέων στελεχών του SARS-COV-2 με αυξημένη μεταδοτικότητα. Ένα από αυτά, το  B.1.1.7, πρωτοεμφανίστηκε στην περιοχή του βορειοανατολικού Κεντ στην Αγγλία, μια περιοχή που έχει χτυπηθεί πολύ από την αποβιομηχάνιση και την μετατόπιση του τουριστικού ενδιαφέροντος στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να έχει υψηλή ανεργία, σημαντικά ποσοστά φτώχειας και πολλούς ανθρώπους που δεν είχαν την πολυτέλεια να «μείνουν σπίτι» για να μη χάσουν το μεροκάματο.