Βουλευτικές εκλογές: Νέο ισοζύγιο δυνάμεων – ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ διατήρησαν τις έδρες τους – Το ΕΛΑΜ ενισχύθηκε σημαντικά – Ο κεντρώος χώρος συρρικνώθηκε
Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 24ης Μαΐου 2026 έχει δώσει απαντήσεις σε ορισμένα ερωτήματα, αλλά ταυτόχρονα έχει γεννήσει καινούργια. Το πρώτο βασικό ζήτημα που χρήζει ξεκαθαρίσματος για να υπάρχει κοινό πλαίσιο κατανόησης είναι το σημείο σύγκρισης των αποτελεσμάτων διότι διαφοροποιεί ανάλογα και τον τρόπο που διαβάζουμε τα ίδια γεγονότα και αριθμούς.
Αν η ανάγνωση γίνει με βάση τις πιο φιλόδοξες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν για το κάθε κόμμα κατά την προεκλογική περίοδο, τότε η έκταση της αλλαγής φαίνεται μικρότερη από εκείνη που προεξοφλήθηκε. Ειδικά για τα νεότευκτα κόμματα. Αν η σύγκριση γίνει με τις βουλευτικές εκλογές του 2021, τότε το συμπέρασμα είναι διαφορετικό. Αν και πολιτικά πιο σωστό ως αφετηρία σύγκρισης να χρησιμοποιηθεί το 2021, η εκτίμηση δεν μπορεί να μην λάβει υπόψη τα δεδομένα της συγκυρίας, της τρέχουσας δηλαδή πολιτικής κατάστασης. Άρα, μια ολοκληρωμένη και δίκαιη εκτίμηση μέσα σε συνθήκες καταιγιστικών αλλαγών και ρευστότητας δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη και τα δύο. Υπό αυτή την έννοια και τα 6 κόμματα που εισήλθαν στη βουλή μπορούν να θεωρούνται νικητές, έστω και αν υπάρχει διαβάθμιση στην έκταση και τη φύση της νίκης τους.
Σε κάθε περίπτωση, η Κύπρος έχει εισέλθει σε ένα καινούριο κομματικό και κοινοβουλευτικό τοπίο, με μια νέα ισορροπία δυνάμεων που ευνοεί την πολιτική δεξιά και αυξημένη αβεβαιότητα ως προς τη διακυβέρνηση. Το θεσμικό πλαίσιο παραμένει σε αρκετά σημεία το ίδιο, αλλά η κοινωνική και κομματική γεωγραφία που γέννησε η κάλπη δείχνει αλλαγές.
Η νέα Βουλή είναι εξακομματική, κάτι που δεν αλλάζει ουσιαστικά την τυπική μηχανική του συστήματος και ιδιαίτερα την πτυχή της λειτουργικότητας. Ας θυμηθούμε ότι είχαμε και οκτακομματική βουλή την περίοδο 2016-2021. Από τη σκοπιά του αριθμού των κομμάτων η πολυπλοκότητα είναι μάλλον μειωμένη. Αυτό που αυξάνει την πολυπλοκότητα είναι οι σχέσεις μεταξύ των κομμάτων που εισήλθαν στο κοινοβούλιο και όχι οι αριθμοί ως τέτοιοι, καθώς και η φύση των νέων σχηματισμών, που ο προσδιορισμός τους δεν υπακούει εύκολα σε υπαρκτές ιδεολογικές κατηγοριοποιήσεις, ενώ ο αυτοπροσδιορισμός ως αντιπολίτευση, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του ΑΛΜΑ, δεν γίνεται με όρους πολιτικοιδεολογικούς, αλλά περισσότερο με όρους λειτουργίας του συστήματος.
Οι δύο βασικοί πόλοι, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, συγκράτησαν και αύξησαν δυνάμεις αντίστοιχα και ταυτόχρονα διατήρησαν τις έδρες τους. Το ΕΛΑΜ ενισχύθηκε σημαντικά, ο κεντρώος χώρος συρρικνώθηκε, ενώ δύο νέοι σχηματισμοί απέκτησαν κοινοβουλευτική παρουσία. Το βασικό σημείο αλλαγής είναι αφενός ότι ιστορικά κόμματα όπως η ΕΔΕΚ και οι Οικολόγοι, αλλά και η ΔΗΠΑ έμειναν εκτός κοινοβουλίου και το ότι εισήλθαν δύο εντελώς νέοι σχηματισμοί, που για να μπορέσουμε να τους κατατάξουμε κάπου πρέπει πρώτα να δούμε δείγματα κοινοβουλευτικής και πολιτικής γραφής. Το αποτέλεσμα αυτό συνιστά αναδιάταξη, αλλά σαφέστατα όχι κατάρρευση του παλιού συστήματος.
Αυτό ακριβώς είναι και το πρώτο σημαντικό πολιτικό συμπέρασμα. Τα παραδοσιακά και ιστορικά κόμματα αποδείχθηκαν ανθεκτικά. Δεν επανήλθαν στα ιστορικά τους επίπεδα, ούτε ανέκτησαν την πολιτική και κοινωνική τους ηγεμονία. Διατήρησαν όμως σταθερούς κομματικούς πυρήνες, μεγαλύτερη πειθαρχία ψηφοφόρων και, κυρίως, οργανωτικούς μηχανισμούς που εξακολουθούν να είναι καθοριστικοί στην τελική ευθεία μιας εκλογικής αναμέτρησης. Η δυνατότητα τοπικής κινητοποίησης, η γνώση της εκλογικής διαδικασίας, η παρουσία σε επαρχίες και κοινότητες, η ικανότητα συγκράτησης διαρροών την τελευταία στιγμή, όλα αυτά λειτούργησαν υπέρ των μεγάλων κομμάτων. Με αυτή την έννοια, το αποτέλεσμα του 2026 επιβεβαιώνει ότι η κρίση του ιστορικού κυπριακού κομματισμού είναι πραγματική, αλλά δεν έχει μετατραπεί σε αποσύνθεση ή κατάρρευση.
Τα όρια των νέων κομμάτων
Την ίδια στιγμή, το αποτέλεσμα ανέδειξε και τα όρια των νέων κομμάτων. Το ΑΛΜΑ και η Άμεση Δημοκρατία κατέγραψαν επιτυχία με την είσοδο τους στη Βουλή, το Βολτ απέτυχε να εισέλθει, ενώ η συνολική επίδοση των νέων σχηματισμών ήταν μικρότερη από τη δυναμική που φάνηκε να υπάρχει στην προεκλογική ατμόσφαιρα. Αυτό σχετίζεται εν μέρει με τη μεγαλύτερη ρευστότητα της ψήφου προς τα νέα κόμματα. Οι ψηφοφόροι τους είναι λιγότερο σταθεροί, αφού δεν έχουν ιστορική και συναισθηματική ταύτιση με τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, πιο ανοιχτοί σε αλλαγή επιλογής, πιο επιρρεπείς στο να μην οδηγηθούν στην κάλπη παρά την πρόθεση ψήφου που εκδηλώνουν δημοσκοπικά, και επομένως δυσκολότερα προβλέψιμοι. Σχετίζεται, επίσης, με λάθη και αστοχίες στο τελικό στάδιο της εκστρατείας, όταν η πολιτική πίεση αυξήθηκε, όταν η αρνητική δημοσιότητα έγινε πιο επώδυνη και η έλλειψη συγκροτημένου πολιτικού μηνύματος αποδείχτηκε καθοριστική.
Οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί λειτούργησαν κατά βάση καταγγελτικά και συγκρουσιακά χωρίς να αποδείξουν ότι μπορούν να τύχουν εμπιστοσύνης ως παράγοντες σταθερότητας και παραγωγής πολιτικής και λύσεων. Είναι σχετικά εύκολο, σε περιόδους κρίσης αντιπροσώπευσης, να εμφανιστούν νέοι φορείς. Είναι πολύ δυσκολότερο να μετατραπούν σε σταθερούς, συνεκτικούς και οργανωτικά ανθεκτικούς δρώντες.
Συναισθήματα και ορθολογισμός
Εδώ ίσως χρήζει μια αναφορά στο ρόλο των συναισθημάτων. Στην προεκλογική περίοδο έγινε επανειλημμένα λόγος για την αναβαθμισμένη θέση των συναισθημάτων ως κριτηρίου πολιτικής επιλογής, και το εκλογικό αποτέλεσμα φαίνεται να επιβεβαιώνει τη σημασία τους, αλλά από μια διαφορετική σκοπιά από αυτή που προοιωνιζόταν. Η αναβάθμιση του ρόλου συναισθημάτων συνδέθηκε με την αυξημένη οργή και αγανάκτηση που δηλώνονταν στις μετρήσεις και που ήταν ένα στοιχείο που θεωρήθηκε εύλογα ότι ευνοεί τα νέα κόμματα, καθώς αυτά έτειναν να επενδύουν περισσότερο στη συναισθηματική φόρτιση, στην ένταση, στην αγανάκτηση και στη διάθεση ρήξης με το υφιστάμενο.
Ωστόσο, τα συναισθήματα που κινητοποιήθηκαν δεν ήταν ενιαία. Μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικές ομάδες: από τη μια, τα συναισθήματα της ασφάλειας, της συντήρησης και του φόβου απέναντι στο καινούριο, που παραπέμπουν στη διατήρηση του υπάρχοντος, και από την άλλη, τα συναισθήματα του θυμού, της αγανάκτησης και της τιμωρίας ή εκδίκησης, που συνδέονται με την επιθυμία για αλλαγή και ανατροπή.
Σε μια κοινωνία όμως που παραμένει κατά βάση συντηρητική και αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις μεγάλες αλλαγές, ιδιαίτερα όταν αυτές παρουσιάζονται χωρίς σχέδιο και συνοχή, αλλά μόνο με όρους υπερβολικής και ενίοτε φασαριόζικης και ανούσιας επικοινωνίας, η υπερβολική επένδυση στη δεύτερη ομάδα συναισθημάτων μπορεί τελικά να λειτουργήσει αντίστροφα από ότι επιδιώκεται. Αντί δηλαδή να ενισχύσει την αλλαγή, μπορεί να ενεργοποιήσει ακόμη περισσότερο το αντίπαλο συναισθηματικό υπόστρωμα, δηλαδή την ανάγκη για ασφάλεια, σταθερότητα και προστασία από το άγνωστο. Αυτό φαίνεται πως συνέβη σε έναν βαθμό και σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση. Τα νέα κόμματα πιθανόν υπερέβαλαν στην κινητοποίηση του θυμού και της αγανάκτησης, με τρόπο που για μια μερίδα ψηφοφόρων δεν λειτούργησε ως ελκυστική υπόσχεση ανανέωσης, αλλά ως προειδοποίηση μιας αλλαγής πιο βαθιάς και πιο απειλητικής από όσο ήταν διατεθειμένοι να αποδεχθούν, και σε πολλές περιπτώσεις ενάντια στον ορθολογισμό που θεωρητικά ορισμένα εκ των νέων σχημάτων έλεγαν ότι πρέσβευαν. Πολλοί ψηφοφόροι δεν αισθάνθηκαν απλώς ότι διακυβεύονται κομματικοί συσχετισμοί ή ποσοστά στη Βουλή, αλλά ότι επηρεάζονται σταθερές της προσωπικής και κοινωνικής τους ζωής. Με αυτή την έννοια, στράφηκαν τελικά προς επιλογές που τους φαίνονταν ασφαλέστερες και πιο οικείες.
Οι αντοχές των 3 ιστορικών κομμάτων και η άνοδος εκ νέου του ΕΛΑΜ
Ο ΔΗΣΥ διατήρησε την πρωτιά και αυτό έχει σαφή πολιτική σημασία. Παρά τη φθορά των τελευταίων ετών, την εσωτερική αμφιθυμία που ακολούθησε τις προεδρικές του 2023 και την πίεση από τα δεξιά του, το κόμμα παρέμεινε πρώτη δύναμη. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει λύσει τα στρατηγικά του προβλήματα. Εξακολουθεί να κινείται χαμηλότερα από τα ιστορικά του ποσοστά και συνεχίζει να αντιμετωπίζει το δίλημμα ανάμεσα σε μια πιο κεντροδεξιά εικόνα και στην ανάγκη επαναπροσέλκυσης δεξιών ψηφοφόρων. Η μείωση της έντασης της αντιπαράθεσης με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας φαίνεται ότι λειτούργησε υπέρ του, καθώς επέτρεψε την επιστροφή μέρους συναγερμικών ψηφοφόρων που είναι θετικά διακείμενοι προς τον νυν Πρόεδρο και που ίσως να οδηγούνταν σε άλλες επιλογές αν συνεχιζόταν η ένταση. Επιπλέον, η αίσθηση ότι ο ΔΗΣΥ παραμένει κόμμα με προοπτική συμμετοχής και επιρροής στη διακυβέρνηση ενίσχυσε τη χρησιμότητα του στα μάτια ενός τμήματος του εκλογικού ακροατηρίου της δεξιάς. Το ανταγωνιστικό ψηφοδέλτιο σε κρίσιμες επαρχίες όπως η Λευκωσία δημιούργησε επιπρόσθετες προϋποθέσεις κινητοποίησης.
Για το ΑΚΕΛ, το αποτέλεσμα είναι σαφέστατα θετικό. Έστω και αν δεν απειλούνταν από άλλο αριστερό σχήμα που θα μπορούσε να του αφαιρέσει δυναμική και ψήφους, η άνοδος του έχει πολιτική βαρύτητα, όχι επειδή το φέρνει κοντά στα παλαιά υψηλά ποσοστά του, αλλά επειδή ανακόπτει μια παρατεταμένη περίοδο πτώσης. Το κόμμα εμφανίζεται ξανά ως δύναμη με ανοδική τάση και αυτό το τοποθετεί στους κερδισμένους της αναμέτρησης. Η επιτυχία του, όμως, γεννά αμέσως και νέα ερωτήματα. Πως θα αξιοποιήσει τη βελτιωμένη του θέση στη Βουλή; Πώς θα κινηθεί σε ένα κοινοβουλευτικό περιβάλλον με σαφέστατη ιδεολογική και αριθμητική μειοψηφία; Ποιες συγκλίσεις είναι εφικτές στα κοινωνικά, θεσμικά και οικονομικά ζητήματα και με ποιους; Και κυρίως, πως αυτή η ενίσχυση μπορεί να μετατραπεί σε πιο μακρόπνοη στρατηγική και δυναμική ενόψει των επόμενων προεδρικών εκλογών;
Το ΕΛΑΜ επίσης ανήκει στους κερδισμένους. Η άνοδος του είναι ουσιαστική, καθώς ενίσχυσε σημαντικά την κοινοβουλευτική του παρουσία, αύξησε ποσοστά και ψήφους σε σχέση με το 2021 και κατέλαβε την συμβολικά και ουσιαστικά σημαντική τρίτη θέση. Παρόλα αυτά, η επίδοση του δεν έφτασε στο επίπεδο που το ίδιο το κόμμα προσδοκούσε. Μέρος της εξήγησης έχει να κάνει με το ότι τμήμα της ψήφου διαμαρτυρίας που καρπωνόταν το κόμμα προηγουμένως, κατευθύνθηκε αυτή τη φορά, κυρίως, προς τους νεοσύστατους σχηματισμούς. Αυτό έχει μια διπλή ερμηνεία. Από τη μια σταθεροποιεί μια εκλογική απήχηση με συγκεκριμένα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Από την άλλη, δεν είναι πλέον υποδοχέας, σε σημαντικό βαθμό, γενικής ψήφου διαμαρτυρίας. Εισπράττει ψήφο με πιο δεξιά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, άρα πιο συγκεκριμένη και πολιτικού περιεχομένου διαμαρτυρία, στο βαθμό που είναι πλέον τέτοια. Αυτό θέτει λογικά το ερώτημα αν έχει φτάσει το ταβάνι του, το οποίο είναι μάλλον πρόωρο να απαντηθεί, καθώς δεν σχετίζεται μόνο με ένα παράγοντα, αλλά από ένα σύνολο σχέσεων και μεταβλητών που μπορούν να οδηγήσουν προοπτικά είτε σε αύξηση και πάλι, είτε σε απομείωση. Σίγουρα δεν ειναι εύκολο πλέον να αυξάνεται γεωμετρικά, όπως γινόταν ως τώρα, δεδομένου ότι αποκτά ολοένα και περισσότερο πιο συστημικά χαρακτηριστικά.
Όμως το βασικό πολιτικό γεγονός παραμένει: το ΕΛΑΜ είναι πλέον αναβαθμισμένος κοινοβουλευτικός δρώντας. Δεν λειτουργεί απλώς ως κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά ως δύναμη που μπορεί να επηρεάζει την πολιτική ατζέντα, να πιέζει το σύστημα προς πιο σκληρές θέσεις σε ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας, ταυτότητας και Κυπριακού, και να μεταβάλλει το συνολικό πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης.
Το κρίσιμο σταυροδρόμι του ενδιάμεσου χώρου
Ο μεγάλος χαμένος του αποτελέσματος είναι ο ευρύτερος κεντρώος και ενδιάμεσος χώρος, ο οποίος δεν εξαφανίζεται, αλλά μπαίνει σε φάση βαθύτερης κρίσης ανασύνταξης. Η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ έμειναν εκτός Βουλής, ενώ το ΔΗΚΟ διατήρησε μεν σημαντική παρουσία, αλλά σε μια πιο περιορισμένη και λιγότερο καθοριστική θέση από εκείνη που είχε στο παρελθόν. Η παλιά ικανότητα του κέντρου να λειτουργεί ως αποκλειστικός ρυθμιστής των ισορροπιών έχει αποδυναμωθεί. Ιδίως η έξοδος της ΕΔΕΚ από τη Βουλή έχει βαρύνουσα σημασία, τόσο ιστορικά όσο και πολιτικά, ενώ η απώλεια της ΔΗΠΑ περιορίζει περαιτέρω το εύρος των κομμάτων που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως σταθερά στηρίγματα της κυβέρνησης.
Το νέο πλαίσιο για την κυβέρνηση
Η αποδυνάμωση του ενδιάμεσου χώρου δημιουργεί και μεγαλύτερες δυσκολίες για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δύο από τα τρία κόμματα που αποτέλεσαν βασικούς άξονες στήριξης της υποψηφιότητας του το 2023 και που τοποθετούνται σε αυτό το χώρο δεν βρίσκονται πλέον στη Βουλή. Σε ένα προεδρικό σύστημα αυτό δεν προκαλεί κυβερνητική αστάθεια με τη στενή έννοια, δημιουργεί όμως σαφώς δυσκολότερη κοινοβουλευτική διαχείριση. Η κυβέρνηση θα χρειάζεται περισσότερο από πριν επιλεκτικές συγκλίσεις, θεματικές συμμαχίες και διαρκή διαπραγμάτευση με τα κόμματα της νέας Βουλής. Η σχέση με τον ΔΗΣΥ αποκτά αυξημένη σημασία, το ίδιο και με το ΔΗΚΟ, μέρος του οποίου φλερτάρει με τη συνεργασία με τον ΔΗΣΥ, ενώ η παρουσία νέων σχηματισμών και ενός ενισχυμένου ΕΛΑΜ καθιστά το πεδίο πιο σύνθετο και λιγότερο προβλέψιμο. Η νέα Βουλή ενδεχομένως δεν θα επηρεάσει ουσιαστικά τους αξιακούς και ιδεολογικούς πυλώνες της διακυβέρνησης, και βασικές νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, αλλά αυξάνει αισθητά το πολιτικό κόστος του συντονισμού και μειώνει την ευκολία παραγωγής σταθερών πλειοψηφιών.
Είναι πρόκριμα για τις προεδρικές;
Θα επιμείνω στην άποψη που κατέθεσα και προεκλογικά. Η απάντηση είναι πιο σύνθετη από ότι κάποιοι θεωρούν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το αποτέλεσμα και οι νέοι συσχετισμοί δεν παρέχουν ενδείξεις ή δεν μετρούν. Προφανώς δημιουργούν ένα πλαίσιο και οριοθετούν κινήσεις. Η πολιτική και οι συμμαχίες όμως δεν είναι αριθμητική. Ούτε το σύνολο των ψήφων ενός κόμματος (π.χ., ΔΗΣΥ) μπορεί στις συνθήκες που διεξάγονται οι προεδρικές εκλογές και με τα χαρακτηριστικά που έχουν, να προεξοφληθεί ότι θα κινηθούν ως συμπαγές μπλοκ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι ένας σημαντικός αριθμός πολιτών που θα ψηφίσει στις προεδρικές (σχεδόν 17%) δεν εκπροσωπείται αυτή τη στιγμή στη βουλή και που οι επιλογές του στις προεδρικές εκλογές είναι, ή δυνητικά μπορεί να είναι, διαφορετικές από αυτές των ψηφοφόρων των εν τη βουλή κομμάτων. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικές δυναμικές σε προεδρικές εκλογές. Ούτε οι στρατηγικού ή τακτικού χαρακτήρα κινήσεις που θα γίνουν για την εκλογή προέδρου της βουλής μπορούν να προεξοφλήσουν συμμαχίες και κυρίως αποτέλεσμα σε δύο χρόνια. Η πολιτική, οι συμμαχίες και οι αποκλεισμοί αλλάζουν αρκετά εύκολα, όπως έχουμε δει πολλές φορές. Το ίδιο και οι διαθέσεις και επιλογές της κοινής γνώμης.