Τράπεζες και δημοκρατία

Παναγιώτης Σωτήρης

Λίγα πράγματα προκαλούν μεγαλύτερο άγχος από μια τραπεζική κρίση – βοηθάει άλλωστε το γεγονός ότι ως αρχετυπική εικόνα κρίσης παραμένει το κραχ του 1929. Ωστόσο, εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι το τραπεζικό σύστημα, υπό προϋποθέσεις τουλάχιστον, είναι η πραγματική κινητήρια δύναμη της οικονομίας.

Μεγάλο μέρος αυτού που περιγράφουμε ως «οικονομική πολιτική» αφορά το χρήμα και το τραπεζικό σύστημα, από τις αποφάσεις για τα επιτόκια που παίρνουν οι κεντρικές τράπεζες, ιδίως όταν καταγράφονται πληθωριστικές πιέσεις, έως τα μέτρα για τη ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα.

Οι τραπεζικές πρακτικές, που κάποτε κατά τον Μαρξ αναπτύσσονταν μαζί με το εμπόριο στα διάκενα των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής «σαν τους θεούς του Επίκουρου», σήμερα είναι στον πυρήνα αυτού που συνήθως περιγράφεται ως «χρηματιστικοποίηση», έννοια που αποτυπώνει τη βαρύτητα των οικονομικών πρακτικών του χρηματοοικονομικού τομέα, αλλά και τον ηγεμονικό ρόλο που παίζουν τα κεφάλαια και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον κλάδο.

Δεν είναι μόνο η υπερδιόγκωση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, αλλά και ο τρόπος που οι χρηματοικονομικές επιχειρήσεις διεκδικούν ηγετικό ρόλο στην οικονομία και την κοινωνία. Διαμορφώνουν ένα ιδιότυπο ηγεμονικό μπλοκ μαζί με τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας (που με τη σειρά τους εξαρτώνται χρηματοδοτικά από τις εταιρείες του χρηματοοικονομικού τομέα, αλλά και τις τροφοδοτούν με τεχνολογία), μια συμμαχία ανάμεσα σε Wall Street και Big Tech, όπως εύγλωττα περιγράφουν οι Jeremy Gilbert και Alex Williams στο πρόσφατο βιβλίο τους Hegemony Now. How Big Tech and Wall Street Won the World (and How we Win it Back), που κυκλοφόρησε πέρσι από τις εκδόσεις Verso.

Βεβαίως, θα μπορούσε να αντικρούσει κάποιος ότι η ανάπτυξη του χρηματοοικονομικού τομέα δεν είναι «παρασιτική» στον καπιταλισμό, αλλά οργανική, ως αποτέλεσμα της ίδιας της χρονικότητας της παραγωγής. Η διευρυνόμενη συσσώρευση απαιτεί διαρκή προεπικύρωση μελλοντικών συναλλαγών, εργασιών, επενδύσεων.

 

Από το διαμετακομιστικό εμπόριο της Αναγέννησης (γύρω από το οποίο αναπτύχθηκαν οι ιταλικές τράπεζες) έως τα σημερινά venture capitals ο μηχανισμός είναι κοινός επανέρχεται το ερώτημα τι συμβαίνει όταν τελικά οι εργασίες, οι συναλλαγές, οι επενδύσεις δεν μπορούν να επικυρωθούν στην αγορά (π.χ. δεν μπορούν να έχουν επαρκή κερδοφορία).

Είναι ένα πάντα υπαρκτό ενδεχόμενο στο τέλος της ημέρας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς με εκτεταμένες μορφές τιτλοποίησης απαιτήσεων και σύνθετα χρηματοικονομικά προϊόντα ώστε να διαχυθεί και τελικά εξουδετερωθεί ο κίνδυνος. Τότε διαπιστώνουμε ότι οι μορφές πλασματικού κεφαλαίου, η δημιουργία χρήματος ex nihilo, οι ατέρμονες συναλλαγές «αέρα», την ώρα της «βίαιης διόρθωσης» έχουν οδυνηρά πραγματικές επιπτώσεις: όσο οδυνηρή είναι μια απόλυση ή η κατάσχεση ενός σπιτιού.

Παραδόξως εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε αυτόν τον μάλλον εμφανή ανορθολογισμό όχι μόνο με τη μοιρολατρία ότι πρόκειται για το κόστος της ανάπτυξης (παραβλέποντας ότι για τις υποτελείς τάξεις η καταστροφή δεν είναι ποτέ δημιουργική), αλλά και με τη μεταφυσική εμπιστοσύνη ότι «υπό προϋποθέσεις» μπορεί να λειτουργήσει ορθολογικά.

Μπορεί ο όγκος των παρεμβάσεων των κεντρικών τραπεζών τις τελευταίες δεκαετίες να είναι τεράστιος – σε βαθμό που πιθανώς τροφοδότησε και την τρέχουσα πληθωριστική δυναμική –, όμως η λογική ότι το χρηματοοικονομικό σύστημα είναι εκτός των ορίων της δημοκρατικής παρέμβασης και της λαϊκής κυριαρχίας και άρα δεν μπορεί να μετασχηματιστεί δομικά, κυριαρχεί.

Καθόλου τυχαία, ακόμη και αυτές τις αποφάσεις τις εμπιστευόμαστε σε κεντρικές τράπεζες θωρακισμένες απέναντι σε πολιτικές παρεμβάσεις, με αποκορύφωμα την ΕΚΤ, που είναι αποσυνδεδεμένη ακόμη και από τα κράτη-μέλη. 

 

Ερίκ Μονέ: να ξεπεράσουμε την ψευδαίσθηση της αυτορρύθμισης

Σε αυτό το φόντο αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον οι παρεμβάσεις που εξετάζουν εάν και κατά πόσο μπορεί να υπάρξει ένας βαθύτερος και συνολικότερος εκδημοκρατισμός του τραπεζικού συστήματος. Για παράδειγμα, έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος που ο Ερίκ Μονέ θέτει στο βιβλίο του «Κεντρικές Τράπεζες, κράτος πρόνοιας και δημοκρατία.

Για τον εκδημοκρατισμό των Κεντρικών Τραπεζών και της νομισματικής πολιτικής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση Α. Δ. Παπαγιαννίδη, την ανάγκη να υπερβούμε την ψευδαίσθηση της αυτορρύθμισης των αγορών και της ουδετερότητας των κεντρικών τραπεζών απέναντι σε αυτές, όπως και την ανάγκη μιας δημοκρατικής ανάκτησης ουσιαστικά των Κεντρικών Τραπεζών.

 

Μπορεί να εκδημοκρατιστεί το τραπεζικό σύστημα;

Αντίστοιχα μπορούμε να δούμε τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στον συλλογικό τόμο Democratizing Finance. Restructuring Credit to Transforms Society (Εκδημοκρατισμός του χρηματοοικονομικού τομέα. Αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος για να μετασχηματιστεί η κοινωνία), που επιμελήθηκαν οι Fred Block και Robert Hockett και κυκλοφόρησε πέρσι από τις εκδόσεις Verso.

Εδώ αφετηρία είναι ο βαθμός στον οποίο το χρηματοικονομικό σύστημα στηρίζεται άμεσα ή έμμεσα στην εγγύηση και τη στήριξη του κράτους, που επιτρέπει να στοχαστούμε έναν ριζικό μετασχηματισμό που δεν θα έμενε στην επίβλεψη αλλά θα προχωρούσε σε συνολικό αναπροσανατολισμό προς τις ανάγκες των φτωχότερων στρωμάτων της κοινωνίας. 

 

Πέραν του άβατου

Όλα αυτά απαιτούν να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τον χρηματοοικονομικό τομέα ως ένα ιδιότυπο άβατο ως προς τον δημοκρατικό έλεγχο και την παρέμβαση στο όνομα των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας. Άλλωστε, έχει αποδειχτεί ότι η αυξανόμενη συνθετότητα των σύγχρονων χρηματοοικονομικών εργαλείων, η αλαζονεία ότι μπορεί να υπάρξει επαρκής διαχείριση κάθε κινδύνου, και η αυξανόμενη απομάκρυνση από πραγματικές οικονομικές πρακτικές, αποτελούν μάλλον τις πραγματικές «στρεβλώσεις».