Αδιέξοδα και αντιφάσεις του αριστερού ευρωπαϊσμού

 

 

Αδιέξοδα και αντιφάσεις του αριστερού ευρωπαϊσμού

του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

 

Η σημερινή κρίση της ελληνικής οικονομίας έφερε στο σκόπευτρο της κριτικής κάτι που μέχρι πρότινος ήταν, περίπου, στο  απυρόβλητο: την αναγκαιότητα η Ελλάδα να συμμετέχει στην ΕΕ. Μέχρι τώρα για όλους τους πολιτικούς χώρους, με την εξαίρεση του ΚΚΕ και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ήταν πιο πιθανό ο ήλιος κάποια μέρα να έβγαινε από τη Δύση παρά να αμφισβητούνταν το θετικό πρόσημο που είχε η ένταξη της χώρας στην ΕΕ. Δεν θα επιμέναμε στην ανάδειξη του θέματος αν δεν ήταν τόσο σοβαρό και αν δεν αποτελούσε, κατά τη  γνώμη μας, ένα πολύ σοβαρό κριτήριο για την δυνατότητα επίτευξης ευρύτερων ανακατατάξεων στην αριστερά αλλά και γενικότερα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Επιμένουμε λοιπόν για δύο λόγους: καταρχήν γιατί η πρόσδεση της χώρας στο άρμα της ΕΟΚ/ΕΕ επέβαλε με ιδιαίτερη ταχύτητα και βιαιότητα μια σειρά από ριζικούς θεσμικούς μετασχηματισμούς προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας. Έπειτα γιατί αυτή η εμμονική  υποστήριξη από το χώρο της αριστερού ευρωπαϊσμού στη διαδικασία της λεγόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης λειτούργησε ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για όλες τις αντιδραστικές πτυχές αυτού του εγχειρήματος. Υπό αυτό το πρίσμα για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε γιατί είναι τόσο δύσκολο για τη λεγόμενη ευρωπαϊκή αριστερά να υιοθετήσει το αίτημα για την αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στο σχετικά πιο μακρινό παρελθόν. 

Το πρόβλημα ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του ΄70 όταν τα λεγόμενα ευρωκομμουνιστικά κόμματα θα υιοθετήσουν μια θετική στάση απέναντι στην τότε ΕΟΚ αντιμετωπίζοντάς την ως την εναλλακτική λύση απέναντι στην αντιπαράθεση ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Με τον τρόπο αυτό υποτιμούσαν όλα τα ταξικά/ ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά που είχε η διαδικασία συγκρότησης της ΕΟΚ. Δηλαδή το γεγονός πως η ΕΟΚ δημιουργείται στη δεκαετία του ΄50, ύστερα και από τη σχετική ενθάρρυνση των ΗΠΑ, με σκοπό αφενός το σχηματισμό ενός δυτικού αναχώματος απέναντι στην σοβιετική επέκταση και αφετέρου την παγίωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στο χώρο της δυτικής Ευρώπης (όπου μόλις είχε ηττηθεί στον εμφύλιο το ΚΚΕ και υπήρχαν ισχυρά ΚΚ Γαλλίας και ΚΚ Ιταλίας). Το σχέδιο αυτό συνδυάστηκε με τις οικονομικές ενισχύσεις του αμερικάνικου σχεδίου Μάρσαλ οι οποίες δίνονταν σε κάθε χώρα βάση της εξασφάλισης της συνέχισης της λειτουργίας της αγοράς αλλά και με τη στρατιωτική ενσωμάτωση της Δύσης στους κόλπους της Ατλαντικής συμμαχίας. Αφού σε πρώτο στάδιο διασφαλίστηκαν τα ποθούμενα για τον ιμπεριαλισμό και τη διεθνή κεφαλαιοκρατία, σε δεύτερο χρόνο η κεντρική κατεύθυνση ήταν η ενίσχυση εκείνων των μερίδων του κεφαλαίου που επιθυμούσαν να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους εκτός συνόρων εκτιμώντας πως τα υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητάς τους θα οδηγούσαν και σε υψηλότερους δείκτες κερδοφορίας.   

Στην Ελλάδα  ο αριστερός ευρωπαϊσμός ξεκινά με το αλήστου μνήμης ΚΚΕ εσωτερικού το οποίο όταν άρχισαν οι σχετικές συζητήσεις για την ενδεχόμενη ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70, προέκρινε  το στόχο της «ένταξης της χώρας μας στην ΕΟΚ με τους πιο δυνατούς ευνοϊκούς όρους» στην κατεύθυνση της «μετατροπής της ΕΟΚ από Ευρώπη των μονοπωλίων σε Ευρώπη των Εργαζομένων» (Πρόγραμμα του ΚΚΕ εσ του 1976) Και αυτό ήταν εφικτό να συμβεί δεδομένου πως «αν ερευνηθεί η δυναμική της πορείας της Κοινότητας από την ίδρυσή της ως σήμερα, θα φανεί η βαθμιαία μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων, η βαθμιαία κατάκτηση θέσεων στην κατεύθυνση της δημοκρατικής μεταλλαγής…Η ιδεολογία αυτής της [εργατικής και λαϊκής] ολοκλήρωσης μπορεί να κυριαρχήσει στο χώρο της κοινοτικής Ευρώπης, και να εμπνεύσει τους λαούς της στο όραμα της ενιαίας φιλειρηνικής, δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ευρώπης των εργαζομένων» (Κύρκος 1978: 36, 37)

Στη δεκαετία του ’80 αυτό που θα κυριαρχήσει στη αντίληψη της φιλοευρωπαϊκής αριστεράς είναι η έμφαση σε πολιτικές συνοχής και επέκτασης του κράτους δικαίου. Ωστόσο η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού όπως εκδηλώθηκε με τις εκλογικές νίκες της Θάτσερ στην Αγγλία και του Κολ στη Γερμανία θα βάλει οριστικά τέλος σε αυτές τις αυταπάτες.

Από τη δεκαετία του ’90 και μετά βασικό χαρακτηριστικό του αριστερού ευρωπαϊσμού είναι η βαθιά προσήλωσή του στη λογική της συγκρότησης ενός ευρωπαϊκού κράτους, στην προτεραιότητα των ευρωπαϊκών θεσμών έναντι των αντίστοιχων εθνικών, στην εμβάθυνση των τάσεων ολοκλήρωσης. Η στρατηγική αυτή, που ακολουθεί την αποτυχία επέκτασης ενός φαντασιακού ευρωπαϊκού μοντέλου κοινωνικής πρόνοιας, εκφράζει είτε την προβολή μιας μυθικής ευρωπαϊκής  (καπιταλιστικής) ανάπτυξης και (αστικής) δημοκρατίας είτε εκδοχές ενός είδους ποδηγετούμενου εκσυγχρονισμού με σκοπό τον εξευρωπαϊσμό των καθυστερημένων μεσογειακών κοινωνιών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελλάδα. Οι θέσεις του Πρώτου Συνεδρίου του Συνασπισμού εξέφραζαν αυτή την κατεύθυνση αποσκοπώντας στην «αποτροπή της ιστορικής παρακμής της Ελλάδας και την εξασφάλιση της δυνατότητας να παρακολουθήσει την πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, μ’ ένα εναλλακτικό σχέδιο εθνικής ανόρθωσης και προοδευτικού εκσυγχρονισμού».

Φυσικά δεν πρόκειται για απλή αφέλεια αλλά για σαφή ηγεμόνευση της αριστεράς από τις ιδέες ενός αστικού κοσμοπολιτισμού και μιας αντίληψης πως μόνο μέσα από την ΕΕ μπορεί να υπάρξουν αξιόπιστες θεσμικές μεταρρυθμίσεις- μόνο που δεν εξεταζόταν προς ποιανού το όφελος θα πραγματοποιούνταν. Σε κάθε περίπτωση ο αριστερός ευρωπαϊσμός αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμος στην διαδικασία της ενοποίησης ακριβώς επειδή κατάφερε να καλύψει με ένα ιδεολογικό μανδύα τις αμιγώς τεχνοκρατικές πλευρές της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Οι δρακόντειοι οικονομικοί δείκτες παρουσιάζονταν από κοινού με τη ρητορεία περί δημοκρατικής Ευρώπης των πολιτών, φυλετικής ανεκτικότητας και περιβαλλοντικής προστασίας.

Πολύ σύντομα η αποκάλυψη του τι σημαίνουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τα λαϊκά συμφέροντα θα οξύνουν τις αντιφάσεις του αριστερού ευρωπαϊσμού και θα δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα αμηχανίας. Οι δυνάμεις του αριστερού ευρωπαϊσμού θα αναγκαστούν να τροποποιήσουν την πολιτική τους όταν έκπληκτες θα ανακαλύψουν πως ό,τι οικοδομούνταν τόσα χρόνια κατάληξε να είναι ένα άτεγκτο νεοφιλελεύθερο κατασκεύασμα. Έτσι θα αρθρωθεί μια ρητορεία που θα απορρίπτει πλευρές της τρέχουσας πολιτικής της ΕΕ, ενίοτε  θα εκφράζει την απαίτηση αναθεώρησης πλευρών του θεσμικού πλαισίου της. Συμπύκνωση αυτής της τακτικής θα είναι το αίτημα μιας «άλλης» συνθήκης για την Ένωση[1].

Η αλληλουχία αυτή των αντιφάσεων και των αναγκαστικών τροποποιήσεων της πολιτικής γραμμής για την ΕΕ προκύπτει από τον λανθασμένο τρόπο με τον οποίο εξαρχής αντιμετωπίστηκε το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ΕΕ δεν αποτελεί ένα ουδέτερο πεδίο και μια «φυσική» τάση, μια αντικειμενική και αναπόδραστη εξέλιξη. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι η υλική συμπύκνωση μιας συγκεκριμένης ταξικής στρατηγικής και ένας μηχανισμός ενίσχυσης του αστικού εκσυγχρονισμού. Είναι η ίδια η αρχιτεκτονική της ΕΕ που καθιστά αδύνατη τη μετατροπή της σε κάτι διαφορετικό που θα χαρακτηρίζεται από διαδικασίες ευρείας αναδιανομής του εισοδήματος ή δομικές αναδιαρθρώσεις που θα εξαλείφουν τις περιφερειακές ανισότητες. Η πολιτική της ΕΕ έχει στο σκληρό πυρήνα της τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία και από αυτό δεν μπορεί να εξαλειφθεί, πράγμα που μεταφράζεται στην άρση των μηχανισμών προστασίας των εθνικών οικονομιών προς όφελος των πιο ανταγωνιστικών μερίδων του μονοπωλιακού κεφαλαίου και στην προτεραιότητα της κοινοτικής νομοθεσίας απέναντι των εθνικών δικαίων σε ζητήματα που σχετίζονται με την επιβολή των όρων του νεοφιλελευθερισμού (περιορισμός/ εξάλειψη του κράτους πρόνοιας, ιδιωτικοποιήσεις, συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, λιτότητα, ανταγωνιστικότητα, ευελιξία, κρατικός αυταρχισμός, αντιμεταναστευτικές πολιτικές, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης). Οτιδήποτε είχε κερδηθεί από την πάλη των λαών σε εθνικό επίπεδο τα τελευταία 70 χρόνια είναι σε διαδικασία εξάλειψης[2].

Καταλαβαίνουμε πως στο σημείο αυτό προκύπτει ένα καλοπροαίρετο ερώτημα:  «Μα δεν υπάρχουν και ρυθμίσεις σε θετική κατεύθυνση που προήλθαν από τα όργανα της ΕΕ; Η ισότητα των δύο φύλων ή οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί που εκπονούνται από ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δεν αποτελούν θετικές εξελίξεις;» Εδώ η απάντηση είναι διττή: Από τη μία κάθε τέτοιου είδους εξέλιξη συνοδεύεται από πολλαπλάσιο αριθμό αντιδραστικών νομοθετημάτων και από την άλλη σε σύντομο χρονικό διάστημα οι όποιες αλλαγές ενσωματώνονται στην κυρίαρχη κατεύθυνση (πράσινος καπιταλισμός, εξίσωση των ορίων συνταξιοδότησης ανδρών- γυναικών προς τα πάνω κλπ).

Κατά συνέπεια έγινε εμφανές γιατί δεν είναι δυνατό η ΕΕ του κεφαλαίου να μεταλλαχθεί σε ΕΕ των εργαζομένων. Μένει, ωστόσο, ένα ακόμα ζήτημα να διευκρινιστεί και αφορά μια «αριστερίζουσα» προσέγγιση των πραγμάτων: ¨Έχει νόημα η έξοδος ενός εθνικού σχηματισμού από την ΕΕ όταν αυτό δε συνδυάζεται με μία σοσιαλιστική επαναστατική διαδικασία[3]; Αλλά ακόμα και αν αυτό επιτευχθεί (έξοδος με ταυτόχρονη σοσιαλιστική μετάβαση) μήπως θα είναι ένα εγχείρημα καταδικασμένο σε αποτυχία και θα πρέπει να υπάρξει επικέντρωση στην προσπάθεια δημιουργίας μιας σοσιαλιστικής Ευρώπης[4]; Μάλιστα προς επίρρωση τέτοιου είδους προβληματισμών ορισμένοι από τους αριστερούς ευρωπαϊστές θεωρούν πως αιτήματα όπως η έξοδος από το ευρώ, η παύση πληρωμών, έλεγχος κεφαλαίων, οι εθνικοποιήσεις τραπεζών στερούνται διεθνιστικού προσανατολισμού ενώ στην ουσία δεν αποτελούν παρά αστικοδημοκρατικά μέτρα.[5]

Η απάντησή μας είναι πως στην ουσία τίθενται δύο ζητήματα τα οποία διαπλέκονται. Το πρώτο ζήτημα είναι το κριτήριο με το οποίο χαρακτηρίζεται ένα αίτημα ως αστικό/ ενσωματώσιμο ή, σχηματικά πάντα, ριζοσπαστικό/ αντικαπιταλιστικό. Η θέση μας είναι πως σε κάθε ειδική συγκυρία, δηλαδή σε κάθε συγκυρία όπου τα διακυβεύματα μπορεί να έχουν εντελώς οριακές μορφές για το συσχετισμό δύναμης στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού, τότε δεν υπάρχει απλώς μια αντιπαράθεση αιτημάτων αλλά μια ιδιαίτερη συμπύκνωση σύγκρουσης ταξικών στρατηγικών με ανοιχτό αποτέλεσμα. Διαφορετικά ειπωμένο,  η επιλογή και η πάλη γύρω από ένα συγκεκριμένο αίτημα  μπορεί να λειτουργήσει συγκροτητικά για τις κυριαρχούμενες  τάξεις, να πάρει μια σημαντική δυναμική και να αποσταθεροποιήσει είτε μερικά είτε συνολικά την αστική ηγεμονία. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πολλά στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος: η υπόθεση Ντρέιφους στη Γαλλία, η διανομή της γης στους αγρότες και η ειρήνη στη Ρωσία  κλπ. Αυτό σημαίνει πως υπάρχει κάθε φορά ένα επίδικο πάνω στο οποίο αρθρώνεται η αστική στρατηγική στην συγκυρία. Ταυτόχρονα οι αντιστάσεις πάνω σε αυτό το επίδικο και η επιβολή της δυναμικής των λαϊκών αγώνων είναι δυνατό να ανοίξουν το δρόμο για ευρύτερες αλλαγές. Κι αυτό γιατί γύρω από τα συγκεκριμένα επίδικα της ταξικής πάλης είναι δυνατό να συγκροτηθούν ευρύτερες λαϊκές συμμαχίες- οι υλικές νίκες οι οποίες θα είναι δυνατόν να επιτευχθούν θα οδηγήσουν σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση. Αντίθετα η εμμονή στη διατύπωση καθαρόαιμων επαναστατικών στόχων δεν αποτελεί παρά μια εγκεφαλική σύλληψη της πολιτικής και όπως ανέφερε ο Λένιν όποιος περιμένει να δει μια καθαρή επανάσταση δε θα ζήσει ποτέ για να τη δει. Το ζητούμενο λοιπόν είναι η ορθή επιλογή των αιτημάτων εκείνων που θα κατορθώσουν να αρθρώσουν μια λαϊκή συμμαχία γύρω τους η οποία θα θέσει σε αμφισβήτηση βασικά στοιχεία της τρέχουσα αστικής στρατηγικής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, σήμερα, η προβολή των αιτημάτων για αποχώρηση από την ΟΝΕ και το Ευρώ, παύση πληρωμών, εθνικοποίηση των τραπεζών, ελέγχους στην κίνηση των κεφαλαίων, ριζική αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ της εργασίας, συμπυκνώνουν ένα πολιτικό πρόγραμμα πάλης  αλλαγής των συσχετισμών. Κι αυτό επειδή εστιάζουν στον πυρήνα της στρατηγικής της ελληνικής αστικής τάξης, και ειδικότερα των πιο ισχυρών/ ανταγωνιστικών της μερίδων, που είναι η χρήση του ευρώ ως μηχανισμού αιώνιας λιτότητας για τους μισθωτούς  αλλά και εκκαθάρισης των λιγότερων ανταγωνιστικών κεφαλαίων.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το θέμα του «εθνικού» προσανατολισμού στην αποδέσμευση από το ευρώ και την ΟΝΕ. Εδώ θα είμαστε σαφείς: η πιο ορθή εκπλήρωση των διεθνιστικών καθηκόντων των κομμουνιστών είναι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης πρώτα και κύρια στο εσωτερικό του δικού τους εθνικού σχηματισμού. Κι αυτό γιατί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναπαράγεται πρώτα και κύρια σε εθνικό επίπεδο, αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία του Έθνους- Κράτους, και στη συνέχεια αρθρώνεται σε διεθνές μέσω της συμμετοχής του εθνικού σχηματισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα είτε σε ηγεμονικές είτε σε υποτελείς θέσεις. Η απόσπαση ενός εθνικού κρίκου από το καθεστώς πειθάρχησης που έχει θέσει η διεθνής συμμαχία των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων δεν θα ανοίξει μόνο νέους ορίζοντες για τον εσωτερικό συσχετισμό δύναμης της «απείθαρχης» χώρας αλλά θα δημιουργήσει αναταράξεις και αντιφάσεις σε διεθνές επίπεδο. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει μια σημαντική μάχη για περαιτέρω αλλαγές στον εσωτερικό συσχετισμό δύναμης του εν λόγω σχηματισμού. Εδώ, πέρα από τη μεγάλη σημασία της λαϊκής εγρήγορσης και κινητοποίησης, σοβαρό ρόλο για την επιτυχία του εγχειρήματος θα έχει και μια σχεδιασμένη αξιοποίηση όλων των διεθνών ερεισμάτων που θα μπορούσαν να βρεθούν.        

         

 

Πηγές

Διάπλους, 2006, τ. 13, συζήτηση με θέμα «Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελλάδα».  

Καλλωνιάτης Κ, 2010, «Η άρνηση πληρωμής του χρέους και οι παγίδες», Αυγή 4/7/2010

Κουβελάκης Σ., 2010, «Υπάρχει ζωή μετά τον ευρωπαϊσμό;», Αυγή 1/8/2010

Κουβελάκης Σ, 2010, «Μεταβατικό πρόγραμμα και αριστερή στρατηγική», Αυγή 10/10/2010

Κύρκος Λ, 1978, «Εισαγωγή» στο Η Ένταξή μας στην ΕΟΚ, Αθήνα: Θεμέλιο

Monthly Review, Ιούνιος 2008, «Ποια είναι τα όρια επέκτασης  της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ποιες οι δυνάμεις που καθορίζουν αυτή τη διαδικασία;»

Πεσμαζόγλου Β., «Αριστερές Κακοτοπιές», Αυγή 1/8/2010

Ράπτης Κ., 2009, «Στην εποχή των ‘αδύναμων κρίκων’», Εκτός Γραμμής 23: 18-20.

Sotiris P., 2010, 2010 Greece: The EU-ECB- IMF austerity package and the challenge for the Left, http://greekleftreview.wordpress.com 

Σωτήρης Π., 2009, «Αριστερά και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση», Εκτός Γραμμής 23: 37- 39.     

 


[1] Η αμηχανία αυτή είναι έκδηλη στην τοποθέτηση που κάνει ο Παναγιώτης Λαφαζάνης στο πλαίσιο συζήτησης που διοργάνωσε το περιοδικό Διάπλους με θέμα Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελλάδα: «Στο επίπεδο, λοιπόν της Ευρώπης δεν μπορεί η Αριστερά να αναδιπλωθεί. Οφείλει να απαντήσει στο έδαφος αυτό, που διαμορφώνεται μια συμμαχία του κεφαλαίου. Να απαντήσει με μια συμμαχία εργαζομένων ενάντια στις επιδιώξεις του κεφαλαίου στο χώρο της ΕΕ. Γι’ αυτό εγώ δε βλέπω ότι η απάντηση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς σε κάθε χώρα της ΕΕ μπορεί να είναι απλά η απομάκρυνση από την ΕΕ. Δεν νομίζω ότι μια τέτοια στάση απαντά σε κανένα υπαρκτό και κοινωνικό πρόβλημα και δε νομίζω ότι απαντά και σε προβλήματα στρατηγικής και ανάπτυξης της Αριστεράς μια τέτοια θέση.» Όπως υποστηρίζει και το στέλεχος του Συνασπισμού Α. Καλύβης: «Απαιτείται λοιπόν ένα νέο πολιτικό σχέδιο για την Ευρώπη, που προϋποθέτει ένα εναλλακτικό, αντινεοφιλελεύθερο πρότυπο ανάπτυξης, την προώθηση της πλήρους και σταθερής εργασίας, την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, τη μεταφορά πόρων στις πιο αδύναμες περιοχές, τη μεγαλύτερη συνεργασία με τη Ρωσία, τη διεύρυνση της δημοκρατίας, την πολιτική ενοποίηση με όρους αναβάθμισης των δυνάμεων της εργασίας και όχι του κεφαλαίου…Η στρατηγική για μια άλλη Ευρώπη είναι ο στόχος και το μεγάλο διακύβευμα της εποχής μας». Σε αντίστοιχο μήκος κλίματος κινείται και ο  Δ. Στρατούλης: «Η δική μας αντίληψη είναι για μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία κατευθύνεται στη στερέωση και ανάπτυξη της δημοκρατίας, τη λήψη των αποφάσεων, την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων των πολιτών και των νέων όπως είναι η ανεργία, η απασχόληση, η εργασιακή ανασφάλεια, το ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο, ο έλεγχος στη δράση των μεγάλων επιχειρήσεων, η αντιμετώπιση μιας παγκόσμιας οικονομίας ‘καζίνο’, η επίλυση των οικολογικών προβλημάτων, η προώθηση μιας πολιτικής ειρήνης, και η απομάκρυνση της ΕΕ από την επικυριαρχία των ΗΠΑ. Για μια τέτοια ΕΕ εμείς αγωνιζόμαστε».

[2] Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πως ακόμα και στον  τρέχοντα χρόνο ο αριστερός ευρωπαϊσμός εξακολουθεί να κάνει έντονη την παρουσία του. Ο Β. Πεσμαζόγλου αναφέρει «Η άποψη στάση πληρωμών- έξοδος από την ΟΝΕ, που πρεσβεύει πάγια το ΚΚΕ και εσχάτως ένα σεβαστό μέρος του ΣΥΡΙΖΑ, μας πηγαίνει σε έναν κόσμο φανταστικό. Ευκταίο για μερικούς (απομονωτικός ‘σοσιαλισμός σε μία χώρα’) αλλά, κατ’ ουσίαν, χαοτικό και επίφοβο… Ας είμαστε όμως πραγματιστές: ιδίως στις σημερινές συνθήκες διεθνούς ρευστότητας- αβεβαιότητας, η ΕΕ παραμένει για την Ελλάδα πολύτιμο οικονομικο- πολιτικό αγκυροβόλιο». Σύμφωνα δε με τον Κ. Καλωνιάτη «Σε άμεση προοπτική το θέμα  που τίθεται για την Ευρωζώνη είναι είτε η δημοσιονομική ολοκλήρωση και η πολιτική ενοποίησή της με παράλληλη ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών και αναδιανομή πόρων υπέρ των υπερχρεωμένων χωρών και των αδύναμων εισοδηματικά τάξεων, είτε η σημερινή σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική της μονόπλευρής δημοσιονομικής πολιτικής και λιτότητας που οδηγεί σε μία ταξική, συγκεντρωτική, αυταρχική και γι’ αυτό αδιέξοδη κοινωνικά και πολιτικά Ευρώπη…Σε ένα τέτοιο αγώνα για το μέλλον της Ευρώπης, η Ελλάδα δεν μπορεί να απουσιάζει. Γιατί το ίδιο το μέλλον της χώρας εξαρτάται αποκλειστικά από την έκβαση της μάχης για την κατεύθυνση που θα πάρει η ΕΕ».

[3] Ο Λαφαζάνης στην ίδια συζήτηση αναφέρει «Βεβαίως, θα καταλάβαινα αν διαμορφώνονταν προϋποθέσεις μετάβασης στο σοσιαλισμό σε μια χώρα ή σε μια ομάδα χωρών της ΕΕ και προσέκρουαν στη δράση του κεφαλαίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα καταλάβαινα τότε να διεκδικηθεί απαγκίστρωση από την ΕΕ προκειμένου να ακολουθηθεί μια εναλλακτική στρατηγική προοπτική. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει σήμερα. Ούτε νομίζω ότι φεύγοντας μια χώρα από την ΕΕ διευκολύνει αυτομάτως τους όρους ανάπτυξης της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Η πρόκληση με δύο λόγια για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα είναι σήμερα η συνένωση των αριστερών δυνάμεων, ο συντονισμός και η ανάπτυξη των εργατικών αγώνων σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο»

[4] Βλ. και τη σχετική παρέμβαση του Γ. Θεωνά στην ίδια συζήτηση: «Άλλωστε ακόμα και αν δεχθεί κάποιος ότι με την αποδέσμευση μιας χώρας αποδυναμώνεται η ΕΕ ως ιμπεριαλιστικό κέντρο, από την άποψη της ουσίας για να υλοποιηθεί η αποδέσμευση απαιτούνται αλλαγές στους συσχετισμούς δύναμης που να μπορούν να την επιβάλουν…Μια τέτοια, όμως, αλλαγή των συσχετισμών δε θα γίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά προφανώς και στις άλλες χώρες- μέλη της ΕΕ. Το ερώτημα που τίθεται συνεπώς είναι: Γιατί, άραγε, όταν θα έχουμε τέτοιους συσχετισμούς να επιλέξουμε την αποδέσμευση και να μην επιβάλουμε την άλλη Ευρώπη που εμείς οραματιζόμαστε;»

[5] Για να είμαστε δίκαιοι δεν είναι μόνο ορισμένοι αριστεροί ευρωπαϊστές που θεωρούν πως στοιχεία ενός μεταβατικού προγράμματος αποτελούν προσχώρηση στο στρατόπεδο του αντιπάλου μέσω της αποδοχής μέτρων που θα μπορούσαν να ληφθούν και από μία αστική κυβέρνηση αλλά και μεγάλα τμήματα της αντιευρωπαϊκής αριστεράς  (ΚΚΕ, ΚΚΕ μ-λ, ΜΛ-ΚΚΕ, ΕΕΚ, μία τάση του ΝΑΡ κα) Κατά συνέπεια η κριτική μας απευθύνεται και στους φορείς αυτών των απόψεων.