Η ώρα του πολέμου στην Ουκρανία – Γιατί αποφάσισε επίθεση ο Πούτιν

Παναγιώτης Σωτήρης

Τελικά ο Βλαντιμίρ Πούτιν αποφάσισε να προχωρήσει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και στο έδαφος της Ουκρανίας, σε μια κίνηση που  διαμορφώνει νέα δεδομένα στην περιοχή.

Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα οι ρωσικές πολεμικές επιχειρήσεις περιλαμβάνουν την πλήρη σύγκρουση σε όλη την έκταση της «γραμμής επαφής», δηλαδή της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στην Ουκρανία και τις «λαϊκές δημοκρατίες» (σε μια προσπάθεια να επεκταθεί η κυριαρχία τους προς τα διοικητικά όριά τους ως επαρχιών της Ουκρανίας), τα στοχευμένα χτυπήματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Ουκρανίας και μια σειρά από κινήσεις στρατευμάτων που παραπέμπουν σε προσπάθεια να καταληφθούν από τις ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις στρατηγικά σημεία μέσα στο ουκρανικό έδαφος.

Ο ίδιος ο Πούτιν όριζε ως στόχο την «αποναζιστικοποίηση» και «αποστρατιωτικοποίηση» της Ουκρανίας. Η διατύπωση αυτή σημαίνει ότι η Ρωσία θέτει ως στόχο όχι απλώς την προστασία των περιοχών των οποίων την ανεξαρτησία μόλις αναγνώρισε, αλλά ουσιαστικά μια «αλλαγή καθεστώτος» στην Ουκρανία, δηλαδή την εξασφάλιση ότι από εδώ και πέρα η διακυβέρνηση της Ουκρανίας θα είναι συμμορφωμένη με τον τρόπο που η Ρωσία βλέπει το καθεστώς ασφαλείας στην Ευρώπη, δηλαδή μια Ουκρανία που όχι μόνο δεν θα γίνει μέλος του ΝΑΤΟ αλλά και δεν θα έχει στρατιωτική υποδομή ικανή να απειλεί τη Ρωσία.

Χωρίς να είναι πολλά πράγματα γνωστά, η Ρωσία δείχνει να θέλει να κάνει μια σχετικά γρήγορη επιχείρηση που να μπορέσει να τσακίσει την αμυντική υποδομή της Ουκρανίας, με εκτεταμένη χρήση στοχευμένων πυραυλικών και αεροπορικών επιθέσεων, να αποτρέψει σκέψεις για παρατεταμένη αντίσταση και να επιταχύνει την «αλλαγή καθεστώτος» στην Ουκρανία.

Οι μέχρι τώρα ανακοινώσεις της ρωσικής πλευράς παραπέμπουν στην επιλογή να μη χτυπηθούν άμαχοι, αν και ο βαθμός στον οποίο αυτό είναι εφικτό εξαρτάται από το είδος και τη διάρκεια των επιχειρήσεων, με την πρόσφατη ιστορία να δείχνει ότι πολλές φορές «χειρουργικά χτυπήματα» είχαν τραγικά αποτελέσματα.

Αντίστοιχα, αυτή τη στιγμή είναι ασαφές ποια θα είναι η κλίμακα της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας στο ουκρανικό έδαφος και με ποιο τρόπο φαντάζεται η Ρωσία ότι θα υπάρξει η  «αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας, δηλαδή η αλλαγή κυβέρνησης. 

 

 

Γιατί επιλέχτηκε η στρατιωτική επίθεση

Η Ρωσία είχε κάνει σαφές από την περασμένη άνοιξη ότι εξέταζε το ενδεχόμενο να κατοχυρώσει στρατιωτικά ότι η Ουκρανίας δεν θα γινόταν μέλος του ΝΑΤΟ και θα επιλυόταν σύμφωνα με τις ρωσικές θέσεις η κρίση στα ανατολικά, σε μια επανάληψη, σε μεγαλύτερη κλίμακα, της κίνησης του 2008 στη Γεωργία.

Σε πρώτη φάση η συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων, ήδη από την περασμένη άνοιξη, έδειξε να λειτουργεί ως πίεση για διαπραγμάτευση τόσο προς την Ουκρανία όσο και προς τη Δύση.

Το κρίσιμο σημείο ήταν ότι η Ρωσία ζήτησε ταυτόχρονα μια επίλυση του ουκρανικού ζητήματος στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Μινσκ, δηλαδή με αυτονομία των ανατολικών περιοχών και ένα διαφορετικό καθεστώς συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη με χαρακτηριστικά την μη επέκταση του ΝΑΤΟ, ξεκινώντας από τη ρητή δέσμευση ότι δεν θα γίνει η Ουκρανία μέλος του ΝΑΤΟ και την επιστροφή σε μια συνθήκη ως προς τη διάταξη ενόπλων δυνάμεων ανάλογη με αυτή που ίσχυε στη δεκαετία του 1990.

Στη διαπραγμάτευση που ακολούθησε, με τις επικοινωνίες σε διάφορα επίπεδα, από τις συνομιλίες σε επίπεδο κορυφής, μέχρι τις συναντήσεις στο «σχήμα της Νορμανδίας», η Ρωσία δεν πήρε τις εγγυήσεις που ήθελε.

Η Δύση ουσιαστικά υποστήριξε ότι πέραν κάποιων επιμέρους ζητημάτων ως προς την αποκλιμάκωση της εγκατάστασης κάποιων οπλικών συστημάτων δεν συζητούσε μια συνολικά διαφορετική διαρρύθμιση συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη, ενώ η Ουκρανία δεν έδειξε ότι μπορούσε να συζητήσει τον πυρήνα μιας διαφορετικής ρύθμισης σε σχέση με το Ντονμπάς.

Την ίδια στιγμή η ρητορική ιδίως του ίδιου του Πούτιν έδειξε ότι η Ρωσία εκτιμούσε ότι η Δύση είχε ήδη πάρει την επιλογή να κινηθεί στην κατεύθυνση ενός Νέου Ψυχρού Πολέμου που στον ορίζοντά του είχε την άσκηση πολλαπλής πίεσης, στρατιωτικής και πολιτικής προς τη Ρωσία. Αυτό εκφράστηκε με την κατ’ επανάληψη αναφορά σε «κυρώσεις που θα επιβληθούν ούτως ή άλλως».

Σε αυτό το φόντο, είναι σαφές ότι εκτιμήθηκε ότι ο μόνος τρόπος για προωθηθούν οι ρωσικές θέσεις είναι να υπάρξει μια ριζική αλλαγή του στρατιωτικού συσχετισμού στο ίδιο το έδαφος.

Ουσιαστικά, η Ρωσία εκτιμά ότι ο κόσμος ούτως ή άλλως έχει αλλάξει σελίδα, οπότε έχει το «πράσινο φως» να κινηθεί με έναν τρόπο που παραπέμπει σε προηγούμενες εποχές, πολύ πιο συγκρουσιακές στο διεθνές επίπεδο. 

 

Τα όρια των κυρώσεων

Οι δυτικές κυβερνήσεις έχουν κάνει σαφές ότι πέραν μιας αποστολής εξοπλιστικής βοήθειας που ούτως ή άλλως ήταν σε εξέλιξη, δεν θα παρέμβαιναν στρατιωτικά για να αποφύγουν μια άμεση εμπλοκή με τις ρωσικές δυνάμεις που θα έδινε τελείως διαφορετική δυναμική στη σύγκρουση.

Καταρχάς υπάρχουν οι κυρώσεις που αφορούν τον χώρο της ενέργειας. Εδώ επιβολή κυρώσεων θα σήμαινε ότι η Ρωσία δεν θα μπορούσε να εξάγει τον ενεργειακό της πλούτο. Το πάγωμα του αγωγού Nord Stream 2, που δεν είχε τεθεί σε λειτουργία, δεν θα πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι η Ρωσία ούτως ή άλλως διαθέτει αγωγούς για να μπορεί να φτάνει το φυσικό της αέριο στην Ευρώπη. Σε αυτό το πλαίσιο, κυρώσεις με πραγματικό κόστος θα σήμαινε ότι οι ευρωπαϊκές πρωτίστως χώρες θα επέλεγαν να μην προμηθεύονται φυσικό αέριο από τη Ρωσία. Για να μπορέσει η Ευρώπη να απεμπολήσει το ρωσικό φυσικό αέριο, το οποίο σημειωτέον κατά κύριο λόγο το προμηθεύεται στη βάση μακροπρόθεσμων συμβολαίων, σε τιμές χαμηλότερες από τις τρέχουσες, θα έπρεπε να έχει επαρκείς και εξίσου συμφέρουσες εναλλακτικές.

Πάντως ας σημειώσουμε εδώ ότι τις μέρες αυτές φαίνεται ότι ολοκληρώνεται και η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, μιας χώρας με τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου που πλέον θα μπορούν να πέσουν στη διεθνή αγορά, αν και πάλι είναι ερώτημα εάν μπορούν με έναν τόσο άμεσο τρόπο να υποκαταστήσουν το ρωσικό φυσικό αέριο.

Αυτό, άλλωστε, είναι ένα συνολικότερο πρόβλημα με τις κυρώσεις που αφορούν τον ορυκτό πλούτο της Ρωσίας. Για παράδειγμα η Ρωσία είναι από τους μεγαλύτερους παραγωγούς τιτανίου και η ρωσική εταιρεία  VSMPO-Avisma είναι από τους βασικούς προμηθευτές τιτανίου για τη Boeing.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η ΕΕ έχουν ήδη ανακοινώσει ότι ουσιαστικά πλέον η Ρωσία δεν θα μπορεί να αντλεί κεφάλαια για το δημόσιο χρέος από τις «δυτικές αγορές», καθώς ουσιαστικά καθιστούν αδύνατη την αγορά ρωσικού χρέους από δυτικούς επενδυτές.

Μόνο που αυτό το μέτρο έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ρωσία ούτως ή άλλως είχε πάρει διάφορα μέτρα για να περιορίσει το ποσοστό του χρέους της που είναι στα χέρια ξένων. Το ποσοστό των ρωσικών ομολόγων που βρίσκονται στα χέρια ξένων έχει περιοριστεί στο 20%, ενώ στις αρχές του 2020 ξεπερνούσε το 35%. Επιπλέον, όλο το τελευταίο διάστημα η ρωσική κυβέρνηση έκανε προσπάθεια ώστε να διαχειρίζεται τα δημόσια έξοδα με τρόπο που να μην αυξάνει πολύ την ανάγκη δια δανεισμό.

Τέλος υπάρχουν όλα τα μέτρα που αφορούν τη συνολικότερη αποκοπή της Ρωσίας από τις «δυτικές» οικονομικές συναλλαγές. Αυτό μπορεί να πάρει είτε τη μορφή της αποπομπής από το σύστημα SWIFT για τις διεθνείς συναλλαγές (κίνηση στην οποία είχαν αντιδράσει μέχρι τώρα οι Ευρωπαίοι), είτε εκείνου του είδους κυρώσεων σε βάρος ρωσικών οικονομικών οντοτήτων (και με επέκταση σε όσους συναλλάσσονται μαζί τους, αυτό που περιγράφεται ως μέτρα «πορφυρού γράμματος») που θα αναλογούσε σε μια υποχρεωτική αποδολαριοποίηση των ρωσικών συναλλαγών.

Μόνο που η Ρωσία έχει ήδη αυξήσει σημαντικά τα συνολικά της συναλλαγματικά αποθέματα και ταυτόχρονα περιορίσει το βαθμό στον οποίο αυτά είναι σε δολάρια και άρα δείχνει να έχει προετοιμαστεί για αυτή την αποκοπή από τις «δυτικές» αγορές, ενώ έχει αναβαθμίσει τις οικονομικές της σχέσεις με την Κίνα και συνολικά άλλες αγορές, συμπεριλαμβανομένης και της προσπάθειας διαμόρφωσης εναλλακτικού προς το SWIFT συστήματος διεθνών συναλλαγών.

Επιπλέον, από ένα σημείο και μετά η ίδια η αποδολαριοποίηση των συναλλαγών μιας τόσο μεγάλης οικονομίας, ουσιαστικά η επιτάχυνσης της «αποσύνδεσης» των «δυτικών» οικονομιών από τις «ανατολικές» θα έχει επιπτώσεις και στην ίδια τη λειτουργία του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος αναφοράς. Πάντως η εμπειρία από τις οικονομικές αντιπαραθέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα έδειξε ότι αυτή η «αποσύνδεση» δεν είναι τόσο εύκολη και ο βαθμός αλληλεξάρτησης στην παγκόσμια οικονομία είναι μεγαλύτερος. 

 

Τα επόμενα βήματα

Η κίνηση της Ρωσίας δείχνει να στηρίζεται σε μια εκτίμηση ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα είναι γρήγορες, θα «γονατίσουν» τη στρατιωτική υποδομή της Ουκρανίας και θα υποχρεώσουν την ουκρανική κυβέρνηση στη συνθηκολόγηση, χωρίς να ξεδιπλωθεί καμιά μεγάλη και ουσιαστική αντίσταση.

Σε αυτό το έδαφος εκτιμούν ότι τα κόστη από τις μεγάλες κυρώσεις θα μπορέσουν να τα αντέξουν και έτσι να έχουν τα οφέλη από την αλλαγή στρατιωτικού συσχετισμού στο έδαφος.

Όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν ότι δεν θα έχουν συνεχιζόμενη και φθοροποιό αντίσταση από την πλευρά της Ουκρανίας και ότι δεν θα χρειαστεί να διαχειριστούν μια μακρά διαδικασία κατοχής ουκρανικού εδάφους, πέραν των ανατολικών επαρχιών όπου είναι πιθανός στόχος των επιχειρήσεων η ενσωμάτωση στις «λαϊκές δημοκρατίες» του πλήρους εδάφους που είχαν ως διοικητικές περιφέρειες της Ουκρανίας.

Το άλλο πραγματικό ρίσκο της ρωσικής κίνησης είναι ακριβώς η διαμόρφωση «φιλικού καθεστώτος» στην Ουκρανία, που δεν είναι καθόλου δεδομένου ότι θα έχει τη συναίνεση της ουκρανικής κοινωνίας. Πιο κοντά στην πραγματικότητα θα ήταν η διαμόρφωση στην Ουκρανία μιας πολιτικής κατάστασης που θα αποδεχόταν τα «τετελεσμένα» στο έδαφος.

Και βέβαια υπάρχει από εκεί και πέρα το ερώτημα εάν η ρωσική κίνηση, που προσπαθεί να προλάβει αυτό που ορίζει ως συνολική δυτική επιθετικότητα, τελικά καταλήξει απλώς να επιταχύνει τη μετάβαση σε ένα τοπίο μεγαλύτερης διεθνούς αποσταθεροποίηση.