Μετασχηματισμοί στη διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας 1991- 2011.

Μετασχηματισμοί στη διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας 1991- 2011.

 

του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

 

1. Ζητήματα Ορισμού και Μεθοδολογίας

α. Το γενικό πρόβλημα

            Για να μπορέσει κανείς να κατανοήσει κατά πόσο έχει τροποποιηθεί η κοινωνική διάρθρωση στην Ελλάδα της περιόδου 1991-2011 είναι προαπαιτούμενο η αποσαφήνιση δύο βασικών μεθοδολογικών προβλημάτων. Το πρώτο αφορά το αν ο σύγχρονος καπιταλισμός χαρακτηρίζεται, από ένα σημείο και μετά, από την εξάλειψη των ορίων μεταξύ κοινωνικών τάξεων, πράγμα που οδηγεί στο σχηματισμό μιας πολυάριθμης «μεσαίας» τάξης. Το δεύτερο σχετίζεται με τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού σχηματισμού και του κατά πόσο  αποτελεί ένα σχηματισμό που τη συγκεκριμένη ιστορική φάση κυριαρχούν τα μικροαστικά στρώματα, όπως πολλές πλευρές υποστηρίζουν.

            Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά. Σύμφωνα με ορισμένες θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί κυρίως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η χρησιμότητα της έννοιας των κοινωνικών τάξεων τίθεται σε αμφισβήτηση. Κι αυτό γιατί θεωρείται πως  υπάρχει μια σταδιακή μείωση των οικονομικών διαφορών και των εκπαιδευτικών ανισοτήτων, μια πανταχού παρούσα λειτουργία της κοινωνικής κινητικότητας και μια αποδιάρθρωση των κοινών πρακτικών που χαρακτήριζαν στο παρελθόν τα άτομα που ανήκαν σε ίδιες κοινωνικο- οικονομικές κατηγορίες. Ο R. Saunders θα υπογραμμίσει τη σημασία που είχε η διάδοση της ιδιοκτησίας της κατοικίας στην εξέλιξη αυτή (Saunders 1995: 99) ενώ σύμφωνα με τον J. Pakulski η έννοια της κοινωνικής τάξης έχει απολέσει το ενισχυμένο κύρος που τη διέκρινε στο παρελθόν ως το κλειδί της κοινωνιολογικής θεωρίας (Pakulski 1993: 289). Τέλος οι Clark και Lipset συμπεραίνουν πως νέα μοντέλα κοινωνικής διαστρωμάτωσης έχουν κάνει την εμφάνισή τους, τα οποία διαφέρουν σε τέτοιο βαθμό με τα αντίστοιχα του παρελθόντος που να μπορεί να γίνει λόγος για κατακερματισμό της παραδοσιακής κοινωνικής διαστρωμάτωσης (Clark- Lipset 1991).

            Η δική μας θέση είναι πως οι συγκεκριμένες θεωρήσεις πάσχουν από το πρόβλημα μιας εμπειρίστικης κοινωνιογραφικής προσέγγισης. Δηλαδή περιγράφουν μια πραγματικότητα χωρίς να την αναλύουν, καταλήγοντας σε συμπεράσματα επειδή έτσι «μοιάζει» μια κατάσταση. Επειδή στην εποχή του Μαρξ οι εργάτες ασκούσαν χειρονακτική εργασία και οι μη ασκούντες χειρονακτική εργασία ανήκαν στη μικροαστική τάξη, σήμερα που η χειρονακτική εργασία έχει περιοριστεί το μεγαλύτερο τμήμα των εργαζομένων ανήκει στα λεγόμενα «μεσαία» στρώματα.

Σε αντιδιαστολή με το παραπάνω η δική μας οπτική θεωρεί πως η μορφή της εργατικής τάξης είναι συνδεδεμένη, με τρόπο ακατάλυτο, τόσο με τη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής, όσο και με την κυκλοφορία του κεφαλαίου. Η θέση αυτή μας οδηγεί στην ανάγκη να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο μετασχηματισμός του κεφαλαίου αποτελεί ένα ενιαίο προτσές. Αυτό σημαίνει πως ο διαχωρισμός ανάμεσα στις τρεις σφαίρες της αμιγούς καπιταλιστικής παραγωγής (βιομηχανία, εμπόριο υπηρεσίες), ως κριτηρίου για την ένταξη σε μια κοινωνική τάξη, είναι εσφαλμένος. Υπάρχουν μέλη της εργατικής τάξης που εργάζονται στη βιομηχανία, όπως υπάρχουν μέλη της εργατικής τάξης που εργάζονται είτε στο εμπόριο είτε στις υπηρεσίες. Ο μαρξιστικός ορισμός των κοινωνικών τάξεων δεν έχει καμία σχέση με τις διάφορες μορφές που παίρνει η κυκλοφορία του κεφαλαίου ούτε με τον διαφορετικό τρόπο που επιτυγχάνεται η απόσπαση υπερεργασίας. Η μαρξιστική θεωρία χρησιμοποιεί ως βασικό κριτήριο για την κοινωνική διαστρωμάτωση τη σχέση ενός προσώπου με τα μέσα παραγωγής, και δευτερευόντως την ποσότητα του κοινωνικού πλούτου που κατέχει κάποιος ή/ και τη θέση του μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (Λένιν χχ 15). Η επέκταση των αποκαλούμενων «υπηρεσιών» σε τίποτα δεν τροποποιεί αυτή τη θεωρητική προσέγγιση.

Η κοινή συνισταμένη, που διαπερνά τα τρία αυτά κριτήρια είναι το φαινόμενο της εκμετάλλευσης. Ο κάτοχος των μέσων παραγωγής εκμεταλλεύεται αυτόν που κατέχει μόνο την εργατική του δύναμη, γιατί τον πληρώνει λιγότερο απ' όσο εργάζεται. Για να μπορέσει, όμως, να αναπαράγεται αυτή η κοινωνική σχέση που προέρχεται από την κατοχή του κεφαλαίου είναι αναγκαία η διαμόρφωση ορισμένων δομικών χαρακτηριστικών στην παραγωγική διαδικασία που να διευκολύνουν την κύκληση του κεφαλαίου και που να δημιουργούν τις απαραίτητες ιεραρχικές διαρθρώσεις ώστε να γίνεται εφικτή η εργασιακή πειθαρχία. Με αυτή την έννοια η εκμετάλλευση, και σε ένα δεύτερο επίπεδο οι σχέσεις κυριαρχίας, και ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο αρθρώνονται σε μία κοινωνική δομή (Croix 1984: 94), είναι ο παραγωγοί του σχηματισμού και της αναπαραγωγής των κοινωνικών τάξεων.

Κατ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να συμπεράνουμε πως από τη μια πλευρά τα θεμέλια του κοινωνικού καταμερισμού βρίσκονται στην ύπαρξη των σχέσεων εκμετάλλευσης και των σχέσεων κυριαρχίας και από την άλλη πλευρά η «συμμετοχή» σε μια τάξη εξαρτάται καταρχήν από την κατοχή των μέσων παραγωγής και δευτερευόντως από τη θέση μέσα στον καταμερισμό της εργασίας καθώς και από το ύψος του κοινωνικού πλούτου που ο καθένας αποσπά.

 

β. Χαρακτηριστικά των επιμέρους κοινωνικών τάξεων

ι) Οι βασικές τάξεις

Στηριζόμενοι σε αυτούς τους γενικούς προσδιορισμούς μπορούμε να καταλήξουμε σχετικά με το ποια είναι τα ποιο σημαντικά χαρακτηριστικά της αστικής τάξης: είναι η τάξη που διευθύνει την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, η τάξη που, λαμβάνοντας υπόψη τα ίδια συμφέροντά της, καθορίζει το περιεχόμενο και τις ιεραρχήσεις της, κυριαρχούμενης από το κεφάλαιο, κοινωνικής πράξης (Bihr 1989: 88-89). H θέση της βασίζεται  στην ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής και στην υπαγωγή των κοινωνικών δυνάμεων στην εξουσία της. Σε επίπεδο υψηλής αφαίρεσης τα μέλη της προσδιορίζονται ως εκμεταλλευτές/ κάτοχοι/ μη παραγωγοί/ αποσπώντες υπερεργασία /οργανωτές των μηχανισμών κυριαρχίας (Johnson 1977: 203).

            Σε πλήρη αντιδιαστολή με την αστική τάξη η εργατική τάξη είναι αποστερημένη από την κατοχή των μέσων παραγωγής και εκτελεί όλες εκείνες τις πρακτικές που αποσκοπούν στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και στην ενδυνάμωση της κοινωνικής του εξουσίας. Δεν κατέχει ούτε τον έλεγχο ούτε μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενο της εργασίας της. Ασκεί, απλά, ένα εκτελεστικό ρόλο στο εσωτερικό του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας (Bihr 1989: 90). Με ένα πιο αφαιρετικό τρόπο θα μπορούσαμε να ορίσουμε την εργατική τάξη ως αποτελούμενη από εκμεταλλευόμενους/ μη κατόχους/ παραγωγούς/ μισθωτούς  / υφιστάμενους τους καταναγκασμούς που επιβάλουν οι μηχανισμοί κυριαρχίας (Johnson 1977: 202- 203).

            Μεταξύ των δύο θεμελιακών τάξεων υπάρχει επίσης μια τρίτη ενδιάμεση τάξη: η μικροαστική τάξη. Η τάξη αυτή περιλαμβάνει όλους εκείνους που λόγω της θέσης τους στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας διαθέτουν εισόδημα μεγαλύτερο της αξίας της εργατικής τους δύναμης (Baudelot- Establet- Malemort 1973: 224). Πρόκειται για μια τάξη που, την ίδια στιγμή, είναι ηγεμονευόμενη από την αστική τάξη και ηγεμονική απέναντι στο προλεταριάτο (Bihr 1989: 89). Με αυτή την έννοια θεωρούμε πως ο σωστός χαρακτηρισμός για την μικροαστική τάξη είναι πως πρόκειται για τάξη ενδιάμεση, τάξη υπαγόμενη στις δύο θεμελιώδεις ((Resnick/ Wolff 1986: 102) και όχι για την μεσαία τάξη. Όσο και αν φαίνεται πως οι όροι αυτοί είναι ταυτόσημοι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Με τον όρο «μεσαία» τάξη, μεσαία στρώματα κλπ εννοείται πως υπάρχει ένα νοητό κοινωνικό συνεχές στην κοινωνική διαστρωμάτωση, μία  διαβαθμισμένη πυραμίδα όπου στη βάση τοποθετείται η εργατική τάξη, στη μέση τα λεγόμενα μεσαία στρώματα και στην κορυφή η άρχουσα τάξη.  Αντίθετα ο όρος ενδιάμεσος σηματοδοτεί την ύπαρξη μιας ενδιάμεσης κοινωνικής τάξης  η οποία στο οικονομικό επίπεδο δεν είναι εκμεταλλευόμενη αλλά λειτουργεί υποστηρικτικά στις δομές οικονομικής εκμετάλλευσης, στο ιδεολογικό συμβάλει αποφασιστικά στην αναπαραγωγή των φετιχιστικών αναπαραστάσεων που έχουν τα κυριαρχούμενα στρώματα για τις συνθήκες κυριαρχίας τους και στο πολιτικό διακρίνεται από μία αμφιθυμία στο με ποια από τις δύο θεμελιώδεις τάξεις θα συμμαχήσει.

Η μικροαστική τάξη είναι χωρισμένη σε δύο μερίδες: στη νέα μικροαστική τάξη και στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη. Και οι δύο αυτές μερίδες ανήκουν στην ίδια τάξη γιατί η κοινωνική τους πρακτική χαρακτηρίζεται, αφενός, από την αδυναμία άρθρωσης αυτόνομης πολιτικής δράσης, αντίθετα με την εργατική ή την αστική τάξη- γεγονός που επιφέρει την πρόσδεσή της πότε στη μια και πότε στην άλλη τάξη, αφετέρου, λόγω της κοινής οικονομικής τους βάσης. Κοινή οικονομική βάση που στηρίζεται είτε στην απόσπαση υπεραξίας (παραδοσιακή μικροαστική τάξη), είτε στην πληρωμή από τον όγκο της υπεραξίας (στρώματα της νέας μικροαστικής τάξης που εργάζονται στο δευτερογενή και στον τριτογενή τομέα), είτε στο ύψος της αμοιβής τους που βρίσκεται πάνω από το επίπεδο αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης  (στελέχη της κρατικής γραφειοκρατίας, ελεύθεροι επαγγελματίες) και έχει ως κοινή συνισταμένη το γεγονός πως τα μέλη αυτής της τάξης δεν υφίστανται εκμετάλλευση και ότι πληρώνονται για το σύνολο του χρόνου της εργασίας τους.

 

ιι) Δύο ειδικές περιπτώσεις

1) Το ζήτημα των αγροτών

Σε ότι αφορά το θέμα των αγροτικών στρωμάτων η θέση που υποστηρίζουμε είναι πως το καπιταλιστικό σύστημα με μία σειρά από άμεσους και έμμεσους τρόπους έχει καταφέρει να ενσωματώσει τα αγροτικά στρώματα και να τα μεταβάλει σε εργάτες γης.

Το παραπάνω επιτυγχάνεται μέσω της υιοθέτησης από το καπιταλιστικό σύστημα πληθώρας εξειδικευμένων μέτρων: 1) Πολιτικές μείωσης των τιμών των αγροτικών προϊόντων και αύξησης των τιμών των βιομηχανικών προϊόντων. 2) Μορφές υψηλής φορολογίας που επιβαρύνουν ιδιαίτερα τους αγρότες παραγωγούς (ειδικά στη Ελλάδα αυτό επιτυγχάνεται μέσω της υψηλής έμμεσης φορολογίας) 3). Πληθωριστικές πολιτικές οι οποίες, ως μορφές αναγκαστικής αποταμίευσης, επιφέρουν την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των πιο πλουσίων (Vergopoulos 1974: 172 κε). 4) Συμφωνίες μεταξύ ολιγοπωλιακού κεφαλαίου και οικογενειακών εκμεταλλεύσεων για παραγωγή μίας καθορισμένης ποσότητας, («με το κομμάτι»), για τις μεγάλες επιχειρήσεις τροφίμων και κτηνοτροφικών προϊόντων.

Το αποτέλεσμα είναι πως μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο παραγωγής, οι μικροί καλλιεργητές, εργαζόμενοι όλο και πιο εντατικά, καταλήγουν να απολέσουν την ουσιαστική κυριότητα των μέσων παραγωγής, ενώ οι αποφάσεις σχετικά με τους ρυθμούς και τα προϊόντα της παραγωγής περνούν όλο και περισσότερο στην εξουσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα ο μεν αγρότης δεν κατορθώνει παρά να εξασφαλίζει τα μέσα για την αναπαραγωγή του, ενώ το κεφάλαιο πετυχαίνει να καρπωθεί όλο το πλεόνασμα που δημιουργείται στην αγροτική παραγωγή (Vergopoulos 1974: 267)

            Αυτή η διαδικασία απόσπασης πλεονάσματος από τους άμεσους παραγωγούς έχει τις επιπτώσεις της, όσον αφορά την κοινωνική ένταξη των αγροτικών μικροιδιοκτητικών στρωμάτων. Τα στρώματα αυτά αποτελούν μια οιονεί μερίδα της εργατικής τάξης. Στην ουσία δε διαφέρουν από τους υπόλοιπους εργάτες, αφού έχουν ξεπέσει στο επίπεδο του χειρώνακτα προλετάριου.

Κατ' αυτό τον τρόπο οι μικροϊδιοκτήτες γης που δε χρησιμοποιούν μισθωτούς αγρεργάτες, ανήκουν σε ένα ξεχωριστό κοινωνικό στρώμα που ονομάζεται οιονεί εργατική τάξη. Αντίστοιχα οι ιδιοκτήτες γης που χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία αλλά δεν πραγματοποιούν διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου ανήκουν στην οιονεί μικροαστική τάξη και όσοι προβαίνουν σε διευρυμένη αναπαραγωγή στην οιονεί αστική τάξη.

 

2) Οι Δημόσιοι υπάλληλοι

Το σώμα των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο ενοποιείται κατά βάση λόγω του θεσμού της μονιμότητας είναι ένα διαταξικό σώμα όπου ένα μεγάλο τμήμα των εργαζομένων εντάσσεται στην εργατική τάξη. Αυτό συμβαίνει γιατί η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων σε δημόσιες επιχειρήσεις όπως στη μεταποίηση, ενέργεια-ύδρευση, επικοινωνίες, μεταφορές και Τράπεζες είναι εκμεταλλευόμενοι, επειδή ανταλλάσσουν την εργατική τους δύναμη με κεφάλαιο αμειβόμενοι λιγότερο απ' όσο εργάστηκαν. Ταυτόχρονα οι εργαζόμενοι σε εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, όπου η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν,  καθώς και το διοικητικό προσωπικό των διαφόρων δημοσίων οργανισμών και υπουργείων ανήκουν- εκτός από τα ανώτερα και τα μεσαία στελέχη των υπουργείων, τους στρατιωτικούς, τους καθηγητές πανεπιστημίου, καθώς και τα εργαζόμενα στο Δημόσιο μέλη της νέας μικροαστικής τάξης (μηχανικοί, δικηγόροι, γιατροί)- στην εργατική τάξη για τους ακόλουθους λόγους:

α) Δεν κατέχουν τα μέσα παραγωγής.

β)Τους αποσπάται υπερεργασία.

γ)Επιτελούν τη λειτουργία συλλογικού εργάτη (Carchedi 1977: 134).

δ)Αμείβονται με μισθό που καθορίζεται από την κρατική εισοδηματική πολιτική (Λύτρας 1993: 98), ο οποίος βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση με τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα που τείνουν να μην ξεπερνούν το ύψος της αναπαραγωγής της εργατικής τους δύναμης.

Από εκεί και πέρα χρησιμοποιώντας τα κριτήρια που αναφέραμε στις προηγούμενες παραγράφους τα μεσαία στελέχη των υπουργείων και των δημοσίων επιχειρήσεων, οι πανεπιστημιακοί, οι στρατιωτικοί-εκτός από τους ανώτατους αξιωματικούς ανήκουν στη μικροαστική τάξη, ενώ οι κορυφές της διοίκησης (πολιτικής, στρατιωτικής, πανεπιστημιακής) και των κρατικών εταιρειών ανήκουν στην αστική τάξη.

 

2. Η μορφή της ελληνικής κοινωνίας  το 1991

Ύστερα από τη σχετικά εκτενή εισαγωγή, απαραίτητη ωστόσο για την ανάδειξη ενός θεωρητικού πλαισίου πάνω στο οποίο να στηρίζεται η μετέπειτα εμπειρική ανάλυση, μπορούμε να περάσουμε στην περιγραφή της κοινωνικής διάρθρωσης το 1991.

Για να μπορέσουμε, ωστόσο, να σκιαγραφήσουμε τη μορφολογία της ελληνικής κοινωνίας το 1991 είναι απαραίτητο να μελετήσουμε τα δεδομένα που παρουσιάζονται  στον Πίνακα 1 όπου όχι μόνο αναφέρεται η κατανομή των επαγγελμάτων αλλά συνδέεται αυτή και με τη θέση στο επάγγελμα. Με αυτή την έννοια μεμονωμένα στοιχεία του πίνακα δεν μπορούν να μας οδηγήσουν κατευθείαν σε ασφαλή συμπεράσματα για την ταξική διάρθρωση στην Ελλάδα. Χρειάζεται ο συνδυασμός των δύο παραμέτρων (κατανομή/ θέση) αλλά και η χρήση πρόσθετων δεδομένων από άλλες, συμπληρωματικές, πηγές.

 

           

 

 

 

Οι εργοδότες (6,8% του ΟΕΠ) μπορούν να διαχωριστούν σε τρεις βασικές κοινωνικές ομάδες. Σε αυτούς που ανήκουν στην αστική τάξη, σε αυτούς που ανήκουν στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη και σε αυτούς που ανήκουν στα πλούσια αγροτικά στρώματα (οιονεί μερίδα της αστικής τάξης). Σε απόλυτους αριθμούς το 1991 δραστηριοποιούνται περίπου 260000 εργοδότες. Από αυτούς οι 19000 (δηλαδή το 0.6% του ΟΕΠ) κατείχαν επιχειρήσεις που απασχολούσαν από 10 και περισσότερους εργαζόμενους (ΕΣΥΕ 1988) και ανήκουν στην αστική τάξη, 10000 (ποσοστό 0,3% του ΟΕΠ) περίπου είναι οι αρχηγοί νοικοκυριών που κατέχουν πάνω από 200 στρέμματα (ΕΣΥΕ 1989α) πραγματοποιούν σημαντικά επίπεδα κερδοφορίας μέσω της χρήσης και μισθωτού δυναμικού και ανήκουν στην οιονεί μερίδα της αστικής τάξης, ενώ οι υπόλοιποι 231000 (5,9%ποσοστό του ΟΕΠ) ανήκουν στην παραδοσιακή μερίδα της μικροαστικής τάξης

Οι αυτοαπασχολούμενοι φτάνουν στο 28,2% του ΟΕΠ και μπορούν να διαχωριστούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: Στην πρώτη ανήκουν οι απασχολούμενοι στη γεωργία (12,0% του ΟΕΠ) και πρόκειται για αγρότες οι οποίοι μη χρησιμοποιώντας μισθωτό εργατικό δυναμικό είτε αποσπούν ένα περιορισμένο πλεόνασμα από την ενασχόλησή τους είτε κατορθώνουν απλά να αναπαραχθούν. Για τον περαιτέρω διαχωρισμό τους θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ως βάση τα στοιχεία της κατανομής των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Δεδομένου, λοιπόν, ότι το 1989 περίπου το 51% των εκτάσεων ανήκει σε αυτούς που κατέχουν μέχρι 50 στρέμματα (ΕΣΥΕ 1989) και μόνο το 17% στους διαθέτοντες από 100- 200 στρέμματα, μπορούμε να συμπεράνουμε αντίστοιχα πως το 9% του ΟΕΠ της κατηγορίας αυτοαπασχολούμενοι ανήκει στους φτωχούς αγρότες (οιονεί μερίδα της εργατικής τάξης) και το υπόλοιπο 3,0% στα μεσαία αγροτικά στρώματα (οιονεί μερίδα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης).

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα μέλη της νέας μικροαστικής τάξης δηλαδή οι πάσης φύσης ελεύθεροι επαγγελματίες και οι διευθυντές οι οποίοι δεν υφίστανται εκμετάλλευση ή κυριαρχία οι οποίοι αθροιζόμενοι φτάνουν στο 2,7% του ΟΕΠ και η τρίτη κατηγορία συνίσταται από μικροεπιχειρηματίες (μικρέμπορους και μικροπωλητές) οι οποίοι φτάνουν στο 13,4% του ΟΕΠ και εντάσσονται στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη.

Στο σημείο αυτό και πριν περάσουμε στους μισθωτούς είναι σημαντική να γίνει μια αναγκαία διευκρίνηση. Σε ό,τι αφορά την ειδική κατηγορία των «μη κατατασσόμενων» οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως η σημαντική διαφορά που παρατηρείται σε σχέση με το 1981[1] (αύξηση από 1,5% σε 7,3%) δεν πρέπει να σχετίζεται με τεχνικού χαρακτήρα προβλήματα αλλά με ουσιαστικές κοινωνικές μεταλλαγές όπου ένα σημαντικός αριθμός εργαζομένων δε θεωρεί ότι έχει μια συγκεκριμένη επαγγελματική ταυτότητα. Είναι οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις που οδηγούν τους ανθρώπους αυτούς σε μια συνεχή εναλλαγή επαγγελμάτων και κατά προέκταση στην αδυναμία κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού. Με αυτή την έννοια εκτιμούμε πως η μεγάλη πλειοψηφία των μη δηλωσάντων θέση (6,0% του ΟΕΠ)  πρέπει να ανήκει στην εργατική τάξη ακριβώς γιατί αποτελεί μια ασαφή ομάδα εργαζομένων, των οποίων οι διαρκώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις τούς οδηγούν σε πληθώρα επαγγελμάτων από τα οποία πληρώνονται μέσω αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, αλλά στην ουσία πρόκειται για μισθωτούς υποκείμενους στις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις. Από εκεί πέρα περίπου 1,0% ανήκει στη νέα μικροαστική τάξη και το 0,3% στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη[2].

             Η κατηγορία μισθωτοί  που αποτελεί και την πολυπληθέστερη ομαδποποποίηση (51,8% του ΟΕΠ) συγκροτείται κατά κύριο λόγο από μέλη της εργατικής τάξης αλλά συμμετέχουν σε αυτή και μέλη της αστικής τάξης (0,8% του ΟΕΠ που αποτελείται από του διευθυντές και τα ανώτερα στελέχη) αλλά και της νέας μικροαστικής τάξης (το 9,5% της κατηγορίας των ασκούντων επιστημονικά και ελεύθερα επαγγέλματα). Από εκεί και πέρα το υπόλοιπο 41,5% είναι μέλη της σύγχρονης εργατικής τάξης,

            Η κατηγορία συμβοηθούντα μέλη που αποτελεί το 6,0% του ΟΕΠ αποτελείται κύρια από εργαζόμενους στη γεωργία (4,1% του ΟΕΠ) και δευτερευόντως από βοηθούντες στο εμπόριο και στις μικροεπιχειρήσεις (1,9% του ΟΕΠ). Πρόκειται σαφώς για άτομα που για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα συμμετέχουν σε οικογενειακού χαρακτήρα οικονομικές δραστηριότητες και δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν μισθωτή εργασία.  Κατά συνέπεια αυτό το 4,1% θα πρέπει να προστεθεί στα φτωχά αγροτικά στρώματα ενώ το υπόλοιπο 1,9% στα μέλη της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης η οποία δεν πραγματοποιεί διευρυμένη κεφαλαιακή συσσώρευση.

            Συνοψίζοντας και βάση όσων θεωρητικά υποστηρίξαμε το μέγεθος της κάθε κοινωνικής ομάδας έχει ως εξής: η αστική τάξη αποτελεί το 1,4% του ΟΕΠ, τα πλούσια αγροτικά στρώματα (οιονεί μερίδα της αστικής τάξης) το 0,3%, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη το 21,5%, η νέα μικροαστική τάξη το 13,2%, τα μεσαία αγροτικά στρώματα (οιονεί μερίδα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης) το 3,0%, τα φτωχά αγροτικά στρώματα το 13,1% (οιονεί μερίδα της εργατικής τάξης) και η εργατική τάξη το 47,5%.

 

3. Από το 1991 στο 2011: Τα αίτια των μετασχηματισμών της δομής της ελληνικής κοινωνίας.

Από το 1991 μέχρι το 2011 θα πραγματοποιηθούν πολύ σημαντικές  αλλαγές στη μορφολογία της ελληνικής κοινωνίας. Η πτώση των ανατολικών καθεστώτων σε συνδυασμό με ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων ιδεών στο δυτικό κόσμο θα έχει έντονες επιπτώσεις και στον ελλαδικό χώρο. Έτσι τόσο η κυβέρνηση Μητσοτάκη όσο και τα επόμενα κυβερνητικά σχήματα που θα τη διαδεχθούν θα συμβάλουν, έστω και με ανισόμετρο τρόπο, στην εμπέδωση της πολιτικής της αέναης λιτότητας, στην επέκταση των μορφών ευέλικτης απασχόλησης, στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Πρόκειται για κάτι το οποίο έγινε σταδιακά και μέχρι και το 2009 δεν παρουσίασε ιδιαίτερες εξάρσεις. Ωστόσο η ανάδυση της πρωτοφανούς ιστορικά οικονομικής κρίσης και τα μέτρα που λήφθηκαν για την αντιμετώπισή της μετατόπισαν ουσιαστικά το συνολικό πλαίσιο μέσα σε μόλις δύο χρόνια. Πολλές παραγωγικές μονάδες έκλεισαν, η ανεργία ξεπέρασε το 20%, άρχισε μια μορφή επιστημονικής μετανάστευσης, οι ευέλικτες σχέσεις εργασίας άρχισαν να γίνονται κυρίαρχες σε ορισμένους κλάδους δραστηριότητας.  

Σε επίπεδο κοινωνικής διαστρωμάτωσης τα παραπάνω σημαίνουν την επιτάχυνση κοινωνικών μετασχηματισμών κι αυτό πραγματοποιείται μέσω της διαδικασίας της κοινωνικής καθοδικότητας. Οι εργαζόμενοι που χάνουν τη δουλειά τους σε σημαντικό βαθμό αναζητούν απασχόληση με διαφορετική θέση στην  παραγωγική διαδικασία- κι αυτό βεβαίως ισχύει  και για τους εργοδότες που έκλεισαν οι επιχειρήσεις τους. Ανάλογο, αν και κάπως προγενέστερο, φαινόμενο  παρατηρείται και στον αγροτικό χώρο όπου λόγω της εφαρμογής της ΚΑΠ χιλιάδες αγρότες εγκαταλείπουν τα χωράφια τους και αναζητούν μισθωτή απασχόληση στα αστικά κέντρα.  Ουσιαστικά όλη αυτή η διαδικασία επιταχύνει πολωτικές κατευθύνσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας λειτουργώντας καταστροφικά για τα μικροαστικά στρώματα και διευρύνοντας τα αντίστοιχα εργατικά.  

 

4. Η μορφή της ελληνικής κοινωνίας  το 2011

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις ειδικότερες εξελίξεις θα πρέπει να μελετήσουμε τα στοιχεία του πίνακα 2

 

 

 

 

Όπως αναφέραμε και για τα στοιχεία του 1991 οι εργοδότες (6,0% του ΟΕΠ) μπορούν να διαχωριστούν σε τρεις βασικές κοινωνικές ομάδες. Σε αυτούς που ανήκουν στην αστική τάξη, σε αυτούς που ανήκουν στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη και σε αυτούς που ανήκουν στα πλούσια αγροτικά στρώματα (οιονεί μερίδα της αστικής τάξης). Για να προσεγγίσουμε το μέγεθος της αστικής τάξης, θεωρούμε πως 25000 εργοδότες (ή το 0,5% του ΟΕΠ) που κατέχουν επιχειρήσεις οι οποίες περισσότερους από 9 μισθωτούς[3] και πραγματοποιούν διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και ανήκουν στην αστική τάξη. Επίσης στην αστική τάξη θα πρέπει να συμπεριληφθεί το τμήμα της κατηγορίας «ανώτερα διευθυντικά…» που απασχολούνται στις μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις που λόγω του μεγέθους τους έχουν καθετοποιημένη δομή και προσωπικό με σαφή διευθυντικά καθήκοντα: πρόκειται περίπου για 50000 άτομα  (2-3 διευθυντές κατά μ.ο για κάθε παραγωγική μονάδα), δηλαδή περίπου γα το 1% του ΟΕΠ. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε τα επιτελικά στελέχη του στενού και ευρύτερου δημοσίου τα οποία τα υπολογίσουμε γύρω στα 25000 άτομα, δηλαδή το 0,5% του ΟΕΠ.  Αντίστοιχα το 0,6% των αγροτών εργοδοτών που αντιστοιχεί στους κατέχοντες  πάνω από 200 στρέμματα έκτασης[4] και ανήκει στα στρώματα που πραγματοποιούν σημαντικά επίπεδα κερδοφορίας μέσω της χρήσης και μισθωτού δυναμικού. Ταυτόχρονα υπάρχουν εργοδότες που κατέχουν μικρές, οικογενειακές συνήθως, επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 9 εργαζόμενους, φτάνουν το 4,0% του ΟΕΠ και τους κατατάσσουμε στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μικρέμποροι, μικροβιοτέχνες κλπ)

Οι αυτοαπασχολούμενοι φτάνουν στο 19,1% του ΟΕΠ και μπορούν να διαχωριστούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: Στην πρώτη ανήκουν  οι απασχολούμενοι στη γεωργία (6,4% του ΟΕΠ) όπου πρόκειται για αγρότες οι οποίοι μη χρησιμοποιώντας μισθωτό εργατικό δυναμικό είτε αποσπούν πλεόνασμα από την ενασχόλησή τους είτε κατορθώνουν απλά να αναπαραχθούν. Για τον περαιτέρω διαχωρισμό τους θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ως βάση τα στοιχεία της κατανομής των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Δεδομένου, λοιπόν, ότι το 2007 περίπου το 61% των εκτάσεων ανήκει σε αυτούς που κατέχουν μέχρι 50 στρέμματα (ΕΣΥΕ 2007) και μόνο το 31% στους διαθέτοντες από 50- 200 στρέμματα, μπορούμε να συμπεράνουμε αντίστοιχα πως το 4,2% του ΟΕΠ της κατηγορίας αυτοαπασχολούμενοι ανήκει στους φτωχούς αγρότες (οιονεί μερίδα της εργατικής τάξης) και το υπόλοιπο 2,2% στα μεσαία αγροτικά στρώματα (οιονεί μερίδα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης).

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα μέλη της νέας μικροαστικής τάξης δηλαδή οι πάσης φύσης ελεύθεροι επαγγελματίες οι οποίοι δεν υφίστανται εκμετάλλευση ή κυριαρχία οι οποίοι αθροιζόμενοι φτάνουν στο 8,9% του ΟΕΠ. Τέλος, η τρίτη κατηγορία συνίσταται από μικροεπιχειρηματίες (μικρέμπορους, μικροπωλητές και αυτοαπασχολούμενους τεχνίτες) οι οποίοι φτάνουν στο 3,8% του ΟΕΠ και συμμετέχουν στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη.

             Η κατηγορία μισθωτοί  που αποτελεί και την πολυπληθέστερη (50,0% του ΟΕΠ) συγκροτείται κατά κύριο λόγο από μέλη της εργατικής τάξης αλλά συμμετέχουν σε αυτή και μέλη της αστικής τάξης (το 0,9% του ΟΕΠ που εντάσσεται στη κατηγορία «ανώτερα.».) αλλά και της νέας μικροαστικής τάξης (το 5,3% της κατηγορίας «τεχνικοί και ασκούντες...»). Από εκεί και πέρα το υπόλοιπο 43,8% είναι μέλη της σύγχρονης εργατικής τάξης,

            Η κατηγορία συμβοηθούντα μέλη που αποτελεί το 4,2% του ΟΕΠ αποτελείται κύρια από εργαζόμενους στη γεωργία (1,8% του ΟΕΠ) και από βοηθούντες στο εμπόριο και στις υπηρεσίες (1,2% του ΟΕΠ). Πρόκειται σαφώς για άτομα που συμμετέχουν σε οικογενειακού χαρακτήρα οικονομικές δραστηριότητες.  Κατά συνέπεια αυτό το 1,8% θα πρέπει να προστεθεί στα φτωχά αγροτικά στρώματα ενώ το 2,4% στα μέλη της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης η οποία δεν πραγματοποιεί διευρυμένη κεφαλαιακή συσσώρευση.

Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμισθεί, πέρα από όσα ήδη αναφέραμε είναι ότι  πως υπάρχει και ένας «σκοτεινός» αριθμός μελών της εργατικής τάξης που αφορά τους άνεργους Με αυτή την έννοια θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το 20,7% των ανέργων Αναμφίβολα το 20,7% δεν εντάσσεται ως σύνολο στην εργατική τάξη δεδομένου ότι και τμήματα της νέας μικροαστικής τάξης πλήττονται από το πρόβλημα της ανεργίας αλλά και ακόμα και μικροί επιχειρηματίες λόγω της κρίσης δεν έχουν απασχόληση. Ωστόσο αν λάβουμε υπόψη μας πως το 3,0% των ανέργων το 2011 ήταν  πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΕΣΥΕ 2011) καταλήγουμε πως το 20,7% των ανέργων χωρίζεται σε 17,7% που είναι μέλη της εργατικής τάξης και 3,0% που είναι μέλη της νέας μικροαστικής τάξης[5].

            Συνοψίζοντας και βάση όσων υποστηρίξαμε στο θεωρητικό τμήμα της εργασίας μας καταλήγουμε πως η αστική τάξη αποτελεί το 3,4% του ΟΕΠ, τα πλούσια αγροτικά στρώματα (οιονεί μερίδα της αστικής τάξης) το 0,6%, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη το 10,2%, η νέα μικροαστική τάξη το 15,2%, τα μεσαία αγροτικά στρώματα (οιονεί μερίδα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης) το 2,2%, τα φτωχά αγροτικά στρώματα το 6,0% (οιονεί μερίδα της εργατικής τάξης) και η εργατική τάξη το 62,4%.

 

5. Από το 1991 στο 2011: Τα αίτια των μετασχηματισμών της δομής της ελληνικής κοινωνίας.

 

            Εντάσσοντας τα αποτελέσματα της επεξεργασίας του υλικού μας για το 1991 και το 2011 δημιουργείται ο ακόλουθος πίνακας

 

 

 

            Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη του πίνακα μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

α) υπάρχει μια μεγάλη (υπερδιπλασιασμός) διεύρυνση της αστικής τάξης. Αυτό κατά τη γνώμη μας πρέπει να οφείλεται στο γεγονός της σημαντικής οικονομικής ανάπτυξης που γνώρισε η χώρα στο μεγαλύτερο τμήμα αυτής της εικοσαετίας. Στην επέκταση αυτή συνέβαλε και η αύξηση του βαθμού διεθνοποίησης της ελληνικής οικονομίας, κατά συνέπεια και οι εμπορικές σχέσεις με το εξωτερικό.

β) ο διπλασιασμός των πλούσιων αγροτικών στρωμάτων πρέπει να σχετίζεται με την εγκατάλειψη της γεωργικής παραγωγής από τα μεσαία και φτωχά αγροτικά στρώματα (γι’ αυτό και οι αντίστοιχες κατηγορίες παρουσιάζουν σημαντικότατη μείωση της συμμετοχής τους στον ΟΕΠ) λόγω της περαιτέρω ανάπτυξης των αμιγώς καπιταλιστικών τομέων αλλά και λόγω της αδυναμίας των μικρών εκμεταλλεύσεων  να ανταγωνιστούν τα ξένα αγροτικά προϊόντα, ειδικά μέσα στο πλαίσιο που έθετε η εφαρμογή της ΚΑΠ.

γ) Η κατακόρυφη μείωση του μεγέθους της παραδοσιακής αστικής τάξης. Κι εδώ αυτή η εξέλιξη θα πρέπει να συνδεθεί με το γεγονός πως η ανάπτυξη που εκτυλίχθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου οδήγησε στην ένταση της συγκεντροποίησης και άρα στο κλείσιμο πολλών μικρών επιχειρήσεων λόγω  αδυναμίας τους να ανταγωνιστούν τις πιο δυναμικές εγχώριες και ξένες εταιρείες.

δ) Η νέα μικροαστική τάξη παρουσιάζει μια υπαρκτή, αλλά όχι εντυπωσιακή, άνοδο. Η ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής επιφέρει και τον πολλαπλασιασμό των νέων μικροαστικών στρωμάτων ακριβώς γιατί οι επιτηδειότητές τους είναι απαραίτητες για την επίτευξη της κεφαλαιακής  κερδοφορίας. Ωστόσο αυτό δε πρέπει να προσεγγίζεται στατικά. Η ταξική πάλη περιλαμβάνει και την προσπάθεια υπαγωγής των νέων μικροαστικών στρωμάτων στην πιο άμεση εκμετάλλευση και κυριαρχία από την πλευρά του κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει πως το κεφάλαιο επιδιώκει αφενός τη μισθωτοποίηση της νέας μικροαστικής τάξης αφετέρου την αφαίρεση του εξατομικευμένου μυστικού της γνώσης και την ένταξη των φορέων του σε δομές καθετοποιημένης οργάνωσης της παραγωγής.     

ε) Η εργατική τάξη σημειώνει μια πολύ αξιόλογη ανάπτυξη, της τάξης περίπου του 30%. Αυτό σίγουρα αποτελεί συνέπεια της συγκεντροποίησης της οικονομίας αλλά και της αγροτικής εξόδου. Ωστόσο στην όλη εικόνα θα πρέπει να περιλάβουμε και αυτά καθ’ αυτά τα αποτέλεσμα της κρίσης: το 20,7% της ανεργίας σημαίνει πως πέρα πολλοί άνθρωποι έχουν χάσει τη δουλειά τους και αναζητούν οποιαδήποτε απασχόληση με οποιαδήποτε αμοιβή. Αυτό από μόνο του συμβάλει και στη μείωση του μέσου μισθού αλλά και στη αποσύνδεση των ιδιαίτερων επιτηδειοτήτων από τη θέση στην παραγωγή.

 

7. Βιβλιογραφία

Βεργόπουλος Κ. (1975), Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα, Αθήνα, Εξάντας.

Bihr Α. (1989), Entre bourgeoisie et Proletariat, Paris, L' Harmattan.

Baudelot C./ Establet R./ Malemort J., (1973), La petite bourgeoisie en France, , Paris, Maspero.

Carchedi G. (1977), On the Economic Identification of Social Classes, London Routledge Direct Editions.

Clark T. N.- Lipset S. M., (1991), «Are Social Classes Dying?», International Sociology vol. 6 no 4., 397- 410.

Croix de ste, G. E. M. (1984), ‘Class in Marx's Conception of History, Ancient and Modern’, New Left Review 146, 94- 111.

Ε.Σ.Υ.Ε, (1988), Απογραφές βιομηχανίας, εμπορίου και λοιπών υπηρεσιών.

Ε.Σ.Υ.Ε. , (1989) Έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών  1987/88.

Ε.Σ.Υ.Ε, (1989α) Έρευνα Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων.

Ε.Σ.Υ.Ε, (1991) Απογραφή πληθυσμού

ΕΣΥΕ (2007), Έρευνα διάρθρωσης γεωργικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων.   

ΕΣΥΕ (2011) Έρευνα Εργατικού δυναμικού δ’ τριμήνου

Johnson Τ. (1977), ‘What is to be known?’, Economy and Society, 6, 2, 194- 233.

Κάππος Κ. (2004), Ταξική διάρθρωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, Αθήνα Αλήθεια.

Καραμπελιάς Γ., (1982), Μικρομεσαία Δημοκρατία, Αθήνα, Κομμούνα,

Καραμπελιάς Γ., (1988) Κράτος και κοινωνία στη μεταπολίτευση: Αθήνα, Εξάντας.

Κατσορίδας Δ. (2004), «Μεταβολές στην ταξική δομή: Η σύνθεση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα» στο Ιδρυμα Σ. Καράγιωργα, Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα.

Λένιν Β. Ι. χχ., Άπαντα, τόμος 39, Αθήνα , Σύγχρονη Εποχή

Λύτρας Α. (1993), Προλεγόμενα στη θεωρία της ελληνικής κοινωνικής δομής, Αθήνα Νέα Σύνορα.

Μαραβέλιας Ν. (1989), Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα: Επιπτώσεις στον αγροτικό τομέα,  Αθήνα,  Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών.

Μαρξ Κ. (1983), Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής [VI ανέκδοτο κεφάλαιο], Αθήνα, Α/συνέχεια.

Pakulski J., (1993), «The dying of Class or of Marxist Class Theory», International Sociology vol. 8 no 3, 279- 292

Πανιτσίδης Γ,(1992), Προσεγγίσεις στην ταξική δομή της αγροτικής οικονομίας μας, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

Παπαδόπουλος Π.(1987), Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, Σύγχρονη Εποχή,  Αθήνα.

Resnick S./ Wolff R.D. (1986), ‘Power, Property and Class’, Socialist Review, 16, 86, 97- 124.

Saunders R., (1995), Social Theory and the Urban Question, London, Routledge.

Σακελλαρόπουλος Σπύρος, (2005), Μετασχηματισμοί στη δομή της ελληνικής κοινωνίας 1981- 2001» στο συλλογικό τόμο Η Πολιτική κοινωνιολογία Σήμερα προς τιμήν της καθ. Ι. Δημάκη, εκδόσεις Παπαζήση, επιμέλεια: Α. Αφουξενίδης- Μ. Αλεξάκης, σελ. 27 -53, Αθήνα.

Τσουκαλάς Κ. (1984),, "Η δομή της απασχόλησης", Αντί τ. 260, 21- 23.

Vergopoulos K. (1974), ‘Capitalisme difforme’ στο Amin S.-Κ. Vergopoulos, La question paysanne et le capitalisme,  Paris, Anthropos.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


[1] βλ.  τα στοιχεία που παρατίθενται στο  Σακελλαρόπουλος 2005: 34

[2] Στο συμπέρασμα αυτό καταλήξαμε δεδομένου πως σύμφωνα με τα πρόσθετα στοιχεία που παρατίθενται στην απογραφή του 1991 τα 16/20  των μη δηλωσάντων ακριβές επάγγελμα είναι μισθωτοί,  τα 3/20  αυτοαπασχολούμενοι και το άλλο 1/20 μικροεπιχειρηματίες

[3]Αδημοσίευτα στοιχεία από το μητρώο επιχειρήσεων της ΕΣΥΕ 2008.

[4] Στοιχεία ΕΣΥΕ 2007.

[5] Θα πρέπει αν σημειωθεί πως αυτός ο υπολογισμός γίνεται για να αναδειχθούν σε γενικές γραμμές οι γενικές τάσεις, δε θεωρούμε πως κάθε απόφοιτος εντάσσεται στη νέα μικροαστική τάξη δεομένου πως υπάρχουν και πτυχιούχοι που ασκούν εκτελεστικές εργασίες, αλλά η σαφής πλειονότητα εκεί ανήκει λόγω του ενδιάμεσου ρόλου της στην παραγωγή.